Έμεινε στην ιστορία σαν η «ματωμένη Πέμπτη», εκείνη η μέρα της 10ης Μαρτίου 1927, όταν τρία μέλη της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ), ο Γεώργιος Γεράλδης, ο Μιχαήλ Κόντος και ο Κόδρος Μπενούκα, έπεφταν νεκροί στους δρόμους της Αθήνας, στην απεργία αυτή, που αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της ΓΣΕΒΕΕ.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, με τη βοήθεια στοιχείων από το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ (Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας σε ιστορική έρευνα, συγγραφή, επιλογή αρχειακού υλικό από το Νίκο Ποταμιάνο), που αναφέρει:
«Από το 1914 και μετά, με νόμο του Ε. Βενιζέλου, εργοδότες και εργάτες έπρεπε να ανήκουν σε διαφορετικές επαγγελματικές ενώσεις. Αυτό αποτέλεσε την θεσμική αφορμή της ίδρυσης μιας συνομοσπονδίας αποκλειστικά επαγγελματοβιοτεχνικών σωματείων, το 1919.Η ΓΣΕΒΕΕ ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1919, ως «Ένωσις βιοτεχνικών συντεχνιών και σωματείων εργοδοτών της Ελλάδος».

Η δημιουργία το 1919 μιας ένωσης αποκλειστικά επαγγελματοβιοτεχνικών σωματείων ξεκίνησε ως πρωτοβουλία συσπείρωσης των μικροεργοδοτών απέναντι στο κύμα απεργιών που ξέσπασε μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Σύντομα όμως ο χαρακτήρας της Ένωσης άλλαξε: το εκκρεμές κινήθηκε προς την άλλη πλευρά και το κύριο μέτωπο έγινε αυτό απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο.

Πρώτα αποχώρησαν από μια πρωτοβουλία συντονισμού των «αστικών τάξεων» ενάντια στο εργατικό κίνημα, μετά διεκδίκησαν μαχητικά την ίδρυση ιδιαίτερων επιμελητηρίων για τους επαγγελματοβιοτέχνες, μποϊκοτάροντας τις εκλογές για τα Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια. Κρίσιμη γι’ αυτή την αλλαγή υπήρξαν οι κατευθύνσεις που έδωσε στη Συνομοσπονδία η νέα ηγεσία υπό τον Στέφανο Βρεττό (1921-1926). Το 1921 αναφέρονται 200 σωματεία-μέλη της ΓΣΕΒΕ, το 1923 στο συνέδριό της συμμετείχαν 300 σωματεία, το 1925, 550 απ’ όλη την Ελλάδα».

Στην ιστορία της η ΓΣΕΒΕΕ αναφέρει: «Ήδη από το 1924, ένα πολύ σκληρό νομοσχέδιο για την πάταξη της αισχροκέρδειας στοχοποιούσε τον επαγγελματοβιοτεχνικό κόσμο, προβλέποντας εξωφρενικές ποινές, όπως για παράδειγμα εξάμηνη εξορία. Το δικτατορικό καθεστώς Παγκάλου ήρθε να επιδεινώσει την κατάσταση για την τάξη των επαγγελματοβιοτεχνών, εφαρμόζοντας μια σειρά μέτρων, όπως η μεταρρύθμιση του ενοικιοστασίου, η διατήρηση των διατιμήσεων, η αντικατάσταση της φορολόγησης καθαράς προσόδου με πάγιο φόρο επιτηδεύματος, η υποτίμηση της δραχμής, η αύξηση των εισαγωγικών δασμών, καθώς και η σύναψη σύμβασης με τη βρετανική εταιρεία «Power», παραδίδοντας προνομιακά την ηλεκτροδότηση της Αθήνας στα χέρια ιδιωτών, πράγμα που είχε συμβεί το 1924 και με την ύδρευση, την οποία είχε αναλάβει η αμερικανική «Ulen».

Την περίοδο που ακολούθησε, μια εποχή που η χώρα έψαχνε, επιπλέον, να βρει λύσεις για την αποκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία και οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, η οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη ανακοίνωσε την αύξηση του ενοικιοστασίου, νέα φορολογικά μέτρα και έναν νόμο περί αισχροκέρδειας, πλήττοντας περαιτέρω τους επαγγελματοβιοτέχνες.
Έτσι, οργανώθηκε το Α΄ Πανεπαγγελματικό Συνέδριο της ΓΣΕΒΕΕ και η απεργία, για την οποία κινητοποιήθηκαν 2.000 συνδικαλιστικά στελέχη. Βασικά αιτήματα της απεργίας -πολλά από τα οποία συνεχίζουν να αποτελούν πάγια αιτήματα της ΓΣΕΒΕΕ έως και σήμερα ήταν η διατήρηση του υπάρχοντος ενοικιοστασίου για τουλάχιστον μία τριετία ακόμη, η μείωση της φορολογικής κλίμακας, η κατάργηση των αισχροδικείων και η αναθεώρηση των συμβάσεων με τις εταιρίες».

Συνεχίζοντας το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει για τη «ματωμένη Πέμπτη» πως: «Το ενοικιοστάσιο και οι φόροι ήταν τα κύρια αιτήματα που τέθηκαν στην πρώτη γενική απεργία που πραγματοποίησαν οι καταστηματάρχες τον Μάρτιο του 1927. Επρόκειτο για μείζον γεγονός της εποχής: ήταν η πρώτη σοβαρή αμφισβήτηση των πολιτικών της Οικουμενικής κυβέρνησης που είχε σχηματιστεί μετά τη δικτατορία του Πάγκαλου∙ αποτελούσε μια έντονη προειδοποίηση για το ενδεχόμενο οι «νοικοκυραίοι» να ριζοσπαστικοποιηθούν. Σημαδεύτηκε, τέλος, από τον φόνο τριών διαδηλωτών και τον τραυματισμό έντεκα από τον στρατό που πυροβόλησε στο πλήθος.
Οι ηγέτες της απεργίας προφυλακίστηκαν, κατηγορούμενοι για στάση κατά της αρχής και απόπειρα ανατροπής του κοινωνικού καθεστώτος – αλλά στη δίκη τους αθωώθηκαν. Η απεργία δεν πέτυχε άμεσα κάτι χειροπιαστό, σίγουρα όμως έπαιξε σημαντικό ρόλο για την τριετή παράταση του ενοικιοστασίου και κάποια μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στα επόμενα χρόνια».

Και ως προς τον απόηχο συμπληρώνει: «η προσφυγή στη δυναμική κινητοποίηση δεν μπορούσε να μην προκαλέσει τριγμούς στο εσωτερικό της ΓΣΕΒΕ, ήταν ισχυρή η μερίδα των στελεχών που δεν επιθυμούσε την ταύτιση με «οχλοκρατικές μεθόδους» και δεν στήριξαν την απεργία ή αποστασιοποιήθηκαν από αυτή μετά την αιματηρή της κατάληξη».

Εκείνη την αποφράδα ημέρα, είχε κινητοποιηθεί ο στρατός και η αστυνομία, που χτύπησαν με ιδιαίτερη αγριότητα την απεργία στους δρόμους, ενώ επιχείρησαν να την σπάσουν στέλνοντας φαντάρους να κάνουν τα γκαρσόνια στα εστιατόρια για να καλύψουν τους απεργούς του επισιτισμού, δημιουργώντας παράλληλα με τις σκληρές στιγμές και ευτράπελα στιγμιότυπα. Δεν ήταν πρωτότυπη η εξέλιξη, ότι ακολούθως προφυλακίστηκαν απεργοί (για να αθωωθούν αργότερα) ενώ οι δράστες της αιματοχυσίας στη δίκη που έγινε στο Κακουργοδικείο Πειραιά αθωώθηκαν άπαντες.

Αυτό που έμεινε να θυμίζει εκείνα τα γεγονότα, αρκεί όμως να το προσέξει ο περαστικός (δύσκολα στο πολυσύχναστο κέντρο της Αθήνας) είναι το μνημείο που από τις 23 Σεπτεμβρίου 2023 (ημέρα των αποκαλυπτηρίων του) βρίσκεται επί της οδού Πανεπιστημίου 42-44. Το μνημείο υλοποιήθηκε με κοινή χορηγία της ΓΣΕΒΕΕ και του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου της Αθήνας, στο Δήμο Αθηναίων. Το μνημείο, φιλοτεχνήθηκε από την γλύπτρια, Αγγέλικα Κοροβέση.
Έρευνα: Νάσος Μπράτσος
Για το χρονικό της απεργίας και την περιγραφή των αιματηρών γεγονότων, όπως τα είδε ο Τύπος της εποχής, ανατρέξετε στην ανάρτησή μας το 2024 με τίτλο:
10 Mαρτίου 1927 – Η αιματηρή απεργία των επαγγελματοβιοτεχνών της Αθήνας
www.ertnews.gr

