Οταν η φιλάνθρωπος και συλλέκτρια Αγκνες Γκαντ επισκέφθηκε τον Μαρκ Ρόθκο στο ατελιέ του το 1967 του ζήτησε ένα φωτεινό έργο ενώ εκείνος είχε ήδη στραφεί σε μια πιο σκοτεινή παλέτα. Τελικά την έπεισε να αγοράσει μια σύνθεση σε αποχρώσεις του βαθύ πράσινου, του ίντιγκο, του μαύρου και του κερασί υπό τον τίτλο «Ν.15 (Δύο πράσινες και μια κόκκινη γραμμή)». Εκείνη τον αγάπησε τόσο πολύ, που δέχτηκε μόνο μια φορά να τον δανείσει σε μια περιοδική έκθεση πριν από 50 και πλέον χρόνια.
Αυτό το έργο, το ύψος του οποίου φτάνει τα 2,1 μ., βγαίνει για πρώτη φορά στη δευτερογενή αγορά τον Μάιο από τον οίκο Christie’s και αναμένεται να πωληθεί έναντι τουλάχιστον 80 εκατ. δολαρίων.
Πρόκειται για το ένα από τα τρία έργα της προσωπικής συλλογής της Αγκνες Γκαντ η οποία πέθανε τον περασμένο Σεπτέμβριο, σε ηλικία 87 ετών. Η Γκαντ υπήρξε επί μακρόν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και πρόεδρός του από το 1991 έως το 2002. Το 2017 βρέθηκε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων όταν πούλησε το «Αριστούργημα» του Ρόι Λίχτενσταϊν έναντι 165 εκατ. δολαρίων και διέθεσε περίπου 100 εκατ. από τα έσοδα στο Art for Justice Fund, μια πρωτοβουλία για τη μεταρρύθμιση του ποινικού συστήματος.
Τα άλλα δύο έργα της δημοπρασίας είναι το «Ατιτλο» (1961) του Σάι Τουόμπλι με την εκτίμηση να κυμαίνεται μεταξύ 40 και 60 εκατ. δολαρίων και το «Ατιτλο (Πριγκίπισσα των Μεδίκων)» (1948) του Τζόσεφ Κόρνελ με εκτίμηση από 3 έως 5 εκατ. δολάρια. Ο τζίρος και από τα τρία έργα που αποτυπώνουν το εύρος της συλλεκτικής ματιάς της Αγκνες Γκαντ εκτιμάται ότι θα φτάσει έως και 145 εκατ. δολάρια. Τα χρήματα δεν θα διατεθούν για κάποια από τις αγαθοεργίες της (οι οποίες κάλυπταν ευρεία γκάμα), αλλά θα χρησιμοποιηθούν για τη διευθέτηση της κληρονομιάς της.
Η ομάδα έργων μπορεί να είναι μικρή αλλά είναι και εξόχως σημαντική. Ο Ρόθκο, ο Τουόμπλι και ο Κόρνελ είναι καλλιτέχνες που αναδιαμόρφωσαν τη μεταπολεμική τέχνη με διαφορετικούς τρόπους και αυτά τα έργα ήταν έργα με τα οποία η Αγκνες Γκαντ ζούσε στο διαμέρισμά της στο Μανχάταν. Και είναι ακριβώς αυτή η προέλευσή τους που αναμένεται να ενισχύσει το ενδιαφέρον των συλλεκτών.
Το έργο του Τουόμπλι δημιουργήθηκε στη Ρώμη το 1961, σε μια καθοριστική περίοδο για τη δουλειά του κατά την οποία οι κυκλικές γραμμές και οι εκρήξεις των χρωμάτων απέκτησαν νέα ένταση στον καμβά του. Εργα παρόμοιας κλίμακας βρίσκονται σήμερα σε μεγάλες μουσειακές συλλογές. Οσο για το έργο του Κόρνελ είναι ένα κουτί-κατασκευή που συνδυάζει εικόνες της Αναγέννησης με αντικείμενα που βρέθηκαν τυχαία, σχηματίζοντας ένα από τα ονειρικά «σκηνικά» του καλλιτέχνη.

