Υπάρχουν παραστάσεις που τελειώνουν με το χειροκρότημα· και υπάρχουν άλλες που συνεχίζουν να ζουν μέσα σου, σαν ένα μικρόβιο που μεταφέρεται στο αίμα σου με μια δαγκωματιά και τις κάνει αθάνατες στη μνήμη σου και απέθαντες, σαν απόηχος και σωματική μνήμη. Η δική μου εμπειρία με το Dracula, με πρωταγωνίστρια τη Cynthia Erivo στο Noël Coward Theatre του West End, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Όλα ξεκίνησαν με προσμονή, εκνευρισμό, αγωνία. Ήμουν στην παρουσίαση του δεύτερου Wicked στο πλαίσιο του BFI όταν έκλεισα τα εισιτήρια, με άθλια ιντερνετική σύνδεση που δεν μου επέτρεψαν να βρεθώ στις θέσεις που ιδανικά θα επιθυμούσα. Έκλεισα έστω το εισιτήριο μου για το πρώτο preview, στην πλατεία, σχετικά κεντρικά, και ακολούθησε και η αγορά ενός εισιτηρίου με την Aegean από Αθήνα-Λονδίνο-Αθήνα (non refundable). Λίγες μέρες πριν το ταξίδι, ήρθαν οι ακυρώσεις. Πρώτο preview: ακυρωμένο. Δεύτερο: ακυρωμένο. Τρίτο: ακυρωμένο. Νέες πτήσεις. Νέα εισιτήρια. Νέα έξοδα. [Το αρχικό μου εισιτήριο κόστιζε σχεδόν 200 ευρώ]. Τελικά βρέθηκα στο δεύτερο preview, με αναβαθμισμένο εισιτήριο που κόστιζέ 195 λίρες δηλαδή περίπου 225–230 ευρώ, για θέσεις διαφορετικές από αυτές που είχα αρχικά επιλέξει. Το πρόβλημα όμως δεν ήταν οι θέσεις, αλλά η επιθυμία μου να δω μια παράσταση εν τη γενέσει, στην πρώτη της απόπειρα να επικοινωνήσει με το κοινό. Κι όμως, πήγα, γιατί κάποια έργα τα κυνηγάς, όπως ο «ο Δράκουλας» κυνηγάει τη ζωή σαν την τελευταία στάλα από το αίμα της καρωτίδας των θυμάτων του.

Dracula: μια παράσταση ή μια πρόβα [με εμένα στο ανάμεσα].
Πριν ξεκινήσει η παράσταση, ο σκηνοθέτης βγαίνει στη σκηνή, μόλις λίγα λεπτά απότου θα έπρεπε να είχε αρχίσει η παράσταση. «Η ομάδα και το συνεργείο δουλεύουν τους τελευταίους μήνες ασταμάτητα για να φέρουν αυτή την παράσταση κοντά σας. Είμαστε όμως ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι απόψε, γιατί στην πραγματικότητα είστε μόλις το δεύτερο κοινό που έχει δει ποτέ αυτό το έργο. Η διαδικασία των previews είναι εξαιρετικά σημαντική· αποτελεί μέρος της δημιουργικής διαδικασίας, ειδικά για μια παράσταση σαν αυτή, που είναι τεχνικά εξαιρετικά φιλόδοξη. Πρόκειται για έναν μονόλογο περίπου 20.000 λέξεων, τον οποίο η Cynthia πρόκειται να ζωντανέψει μπροστά σας. Καθώς βρισκόμαστε ακόμη στη φάση των previews, δοκιμάζουμε πολλές νέες ιδέες. Οπότε, στην ουσία, είστε το πρώτο μας κοινό αυτής της εβδομάδας.». Κάπου εκεί συμπλήρωσε (κι δεν το μεταφέρω αυτολεξεί) ότι αν για κάποιο λόγο διακοπεί η παράσταση ή χρειαστεί να γίνουν κάποιες αλλαγές, θέλει την επιείκεια μας, καθώς, αν και δεύτερη παράσταση, με τις νέες αλλαγές που προστέθηκαν, θα είναι σαν «πρεμιέρα». Τότε δεν το κατάλαβα αμέσως! Αλλά αυτά τα λόγια ήταν προοικονομία. Είχαμε πληρώσει για να δούμε μια πρόβα τζενεράλε… και είχαμε πληρώσει ακριβά (με τις αλλαγές, τα ξενοδοχεία, το ταξίδι, το λες και μέσο μισθό ενός έλληνα πολίτη).
Η παράσταση ξεκινά. Και από τα πρώτα λεπτά καταλαβαίνεις: αυτό δεν είναι απλώς θέατρο· είναι υβρίδιο. Ζωντανή ερμηνεία και κινηματογραφική γλώσσα μαζί, με την οθόνη να προσφέρει διαφορετικές γωνίες λήψης σε όλο το κοινό. Κάμερες συναντούν τη τη Cynthia πάνω στη σκηνή, ξαπλωμένη, σε ένα σύμπαν από πολύχρωμα χαρτοτέιπς που μοιάζουν με έναστρο ουρανό.
Κι ύστερα, περίπου δέκα λεπτά μετά την έναρξη, με τη Cynthia να έχει χάσει ήδη αρκετές φορές τα λόγια της, εκείνη σηκώνει το χέρι της προς το κοινό και τους τεχνικούς. Σιωπή. Φώτα στην πλατεία που ήταν το πιο κατάφωτο black out που μπορούσες να βιώσεις. Ζητά παύση. Φεύγει από τη σκηνή. Δέκα λεπτά αμηχανίας.Και μετά… ξανά από την αρχή.
Κάποιοι θα το ταύτιζαν με παράσταση του Βογιατζή, που ο ίδιος ο σκηνοθέτης θα ζητούσε την παύση της και θα έδιωχνε το κοινό, κάνοντας τους ηθοποιούς να αισθάνονται σκουπίδια που αδυνατούσαν να κορυφώσουν το όραμα του δημιουργού. Όμως δεν ήταν κάτι τέτοιο καθώς την παράσταση ζήτησε να σταματήσει η ίδια ηθοποιός.

Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο σε παράσταση του West End και σίγουρα όχι με πρωτοβουλία της ίδιας της ερμηνεύτριας, ούτε τόσο ωμά.
Όταν ξεκινάμε πάλι, τεχνικά είναι πιο σφιχτό αλλά η ενέργειά της έχει αλλάξει. Όχι προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Ήταν απλώς διαφορετική, σα να μετακινήθηκε κάτι μέσα της. Κι όμως συνεχίζει. Ξεπερνά τα λάθη· τα ποδοπατεί. Παλεύει με το κείμενο. Παραμένει παρούσα. Βλέπεις μπροστά σου όχι το τελικό αποτέλεσμα, αλλά τη διαδικασία. Ένα έργο που ακόμα συναρμολογείται. Ένα αριστούργημα εν αναμονή, στον πάγο, στη χόβολη, να νιώθεις την ανατριχίλα του, να μυρίζεις τα μπαχάρια του.

Προηχογραφημένες εκδοχές της συνομιλούν μαζί της. Ένα σώμα· πάνω από είκοσι χαρακτήρες. Σύντομες αλλαγές: ένα ρούχο, ένα καπέλο, μια αλλαγή στη διάθεση ή την προφορά είναι ικανά να τη μεταμορφώσουν σε μια νέα προσωπικότητα. Σχεδόν δύο ώρες χωρίς διάλειμμα (δύο ώρες και 10 λεπτά μας είπαν από το θέατρο αν και ήταν κατά κάτι τις λιγότερο). Ο συγχρονισμός είναι τρομακτικός. Αν χαθεί ένα σημάδι, αν γίνει ένα βήμα λάθος, αν χαθεί μισό δευτερόλεπτο, όλο το οικοδόμημα καταρρέει. Αυτή την αγωνία ζεις.
Και εδώ ακριβώς ανεβαίνει ο πήχης. Αυτό που επιχειρεί η Erivo δεν είναι απλώς μια ερμηνεία, αλλά μια ακροβασία πάνω σε «τεχνικό χάος». Είναι μνήμη, σώμα, ρυθμός, κάμερα, χαρακτήρες· όλα μαζί και τίποτα από αυτά. Τα standards μετατοπίζονται. Μετά από αυτό, δύσκολα βλέπεις solo performance με τον ίδιο τρόπο.

Υπήρχαν στιγμές που ανατρίχιασα. Υπήρχαν εικόνες που απορροφήθηκαν από το σώμα μου, τους πόρους μου, τη σκέψη μου. Υπήρχαν μεταμορφώσεις τόσο ακριβείς που ξεχνούσες πως είναι ένα μόνο πρόσωπο.
Και υπήρχαν ρωγμές. Autocue που αν το έβλεπες την πρώτη φορά, θα το παρατηρούσες σε όλη την παράσταση. Μικρές αστάθειες. Η αίσθηση ότι παρακολουθείς κάτι ημιτελές.
Κάπου εκεί γεννήθηκε το μεγάλο ερώτημα: πόσο «preview» αντέχει ένας θεατής όταν έχει πληρώσει πλήρες εισιτήριο;
Σχεδόν δύο εβδομάδες μετά, ακόμα τη σκέφτομαι. Λυπάμαι που δεν έχω μια καθαρή εμπειρία του πώς θα είναι αυτή η παράσταση στην κανονική της ροή. Λυπάμαι που η δική μου θέαση συνέβη μέσα σε επανεκκινήσεις και μετατοπισμένη ενέργεια.
Κι όμως. Υπάρχουν στιγμιότυπα που επιστρέφουν. Υπάρχουν βλέμματα. Υπάρχει εκείνη η ανάμνηση ότι ήσουν μάρτυρας σε κάτι σπάνιο· έστω ανολοκλήρωτο. Και πάνω απ’ όλα υπάρχει μια επιθυμία: να τη δω ξανά. Ίσως τότε, με όλα «κουμπωμένα», να μπορέσω να πω ότι γνώρισα πραγματικά αυτό το Dracula, που ακολουθώντας τη φύση του, γίνεται θύτης, θύμα και παρατηρητής ταυτόχρονα. Προς το παρόν, κουβαλάω μια εμπειρία ατελή· αλλά ζωντανή. Και μερικές φορές -ίσως όχι αυτή τη φορά- αυτό είναι αρκετό. Σαν το φιλμ από τριανταπεντάρα μηχανή προβολής να καίγεται πριν τα δόντια βυθιστούν στο λαιμό.

Κάπως έτσι μένει κάτι αναπάντητο: Όταν δεδικαίωται ο αποθανών, τί συμβαίνει στους νεκροζώντανους που μένουν πίσω, κολλημένοι στις καρέκλες τους, μαγεμένοι από την απέθαντη γοητεία του; Αυτή η παράσταση που δεν τελείωσε ποτέ μέσα μου, σαν ένα έργο σε πρόβα, κι εγώ στο ανάμεσα, σε σκηνή και δοκιμή, χειροκρότημά και αμηχανία, ζέστη και παγωνιά. Ένα φιλί που ακόμα ψάχνει χείλη σαν αξίνα σε νεκρικό κρεβάτι, να δώσουν ή να πάρουν και πάλι απ’ τη ζωή.

www.ertnews.gr

