Ας μην ξεκινάμε τη χρονιά με ψέματα, πολύ περισσότερο επειδή μας περιμένουν δύσκολα μπροστά. Παρότι έχουμε οπωσδήποτε έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι τις επόμενες εκλογές, το πρόβλημα που θα καταγραφεί επισήμως με τις εκλογές διαφαίνεται ήδη από τώρα. Για να το πω με τον τρόπο του Ευάγγελου Βενιζέλου, είναι το πρόβλημα της μη κυβερνησιμότητας. Σπεύδω να πω ότι στην πολιτική δεν είναι σπάνιο τα δεδομένα να ανατρέπονται και οι συνθήκες να αλλάζουν δραματικά, ιδίως σε μια εποχή ρευστότητας και γεωπολιτικών αναδιατάξεων, όπως αυτή που διανύουμε τώρα.
Ομως, με τα δεδομένα ως έχουν, όπως δηλαδή καταγράφονται από τις δημοσκοπήσεις, το φάσμα της αβεβαιότητας είναι ευδιάκριτο. Το διαπιστώνουμε σε όλες τις μετρήσεις ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρείται καταλληλότερος για πρωθυπουργός από ένα ποσοστό περίπου 30% και όλοι οι άλλοι διαθέσιμοι ακολουθούν με μονοψήφια ποσοστά.
Μέσα στο κλίμα αυτό, παρατηρείται και το φαινόμενο να προσφέρονται και εθελοντές για τον δυσβάστακτο ρόλο του πρωθυπουργού σε μια μελλοντική κυβέρνηση συνεργασίας. Εντούτοις, ένας διάδοχος του Μητσοτάκη, ο οποίος να προβάλλει πειστικά μέσω της φυσικής υπεροχής του, δεν υπάρχει. Ακόμη και ο Νίκος Δένδιας, ο οποίος είναι ο καλύτερα τοποθετημένος στη σκακιέρα της διαδοχής, θα πρέπει να διαμορφώσει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία, ώστε η ΝΔ υπό την ηγεσία του να κυβερνήσει.
Ο κ. Δένδιας ενδεχομένως μπορεί να φέρει πίσω αρκετές δεξιές ψήφους που μετακόμισαν στα μικρά κόμματα της Ακροδεξιάς, δεν φτάνουν όμως για την αυτοδυναμία. Επιπλέον, η εχθροπάθεια που κυριαρχεί, λόγω των ιδιόμορφων πολιτικών συσχετισμών (κεντροδεξιά κυβέρνηση, με ακραία και πολυδιασπασμένη αντιπολίτευση), δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα και εμπεδώνει την τοξικότητα, προκαλώντας όλο και μεγαλύτερη αποστροφή για την πολιτική. Επομένως, τι κάνουμε;
Καταθέτω, με δέος και σεμνότητα, την πρότασή μου στην κρίση των επαϊόντων. Ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος, λοιπόν, εισηγούμαι την επαναφορά του ωραίου και εντελώς ελληνικού θεσμού του εξοστρακισμού. Με τον εξοστρακισμό, ένα μέρος τουλάχιστον του σημερινού προβλήματος θα το λύναμε. Ποιον δεν θέλουμε, παιδιά, για πρωθυπουργό; Ψηφίζουμε ελεύθερα, τον εντοπίζουμε και του αφαιρούμε τα πολιτικά δικαιώματα για είκοσι χρόνια, αντί να τον εξορίσουμε όπως έκαναν οι Αθηναίοι. Απλό, δημοκρατικό, ελληνικότατο. Με την επαναφορά του εξοστρακισμού, δεν υπάρχει περίπτωση να εμφανιστεί ξανά Μητσοτάκης για να σου κατσικωθεί στην πρωθυπουργία για δύο τετραετίες και να διεκδικεί και τρίτη θητεία στο αξίωμα. Ετσι αντιμετωπίζουμε μακροπρόθεσμα το πρόβλημα του άνισου ανταγωνισμού, εξαιτίας του οποίου φρακάρει η επετηρίδα των πρωθυπουργήσιμων.
Σύμφωνοι, αλλά το πρόβλημα της πολυδιάσπασης δεν λύνεται. Πώς θα επιλέγεται ο πρωθυπουργός σε μια κατακερματισμένη Βουλή, στην οποία δεν θα μπορεί να σχηματιστεί κυβερνητική πλειοψηφία; Σε αυτό απαντά το δεύτερο σκέλος της πρότασής μου: να ορίζεται μέσω ΑΣΕΠ. Να θεσπιστεί και αυτό λοιπόν στο Σύνταγμα, με την αναθεώρηση που έρχεται. Να υπολογίζονται, παρακαλώ, καταλεπτώς όλα τα προσόντα των υποψηφίων σε μόρια. Πτυχία, διπλώματα ξένων γλωσσών, δίπλωμα οδήγησης φορτηγού (αν έχουν), δεξιότητες που μπορεί να απέκτησαν στον Στρατό (π.χ., χειριστής πυροβόλου άνευ οπισθοδρομήσεως).
Επίσης, τα υπουργεία στα οποία υπηρέτησαν, οι διακρίσεις με τις οποίες τιμήθηκαν σε Ελλάδα και εξωτερικό, η κοινοβουλευτική εμπειρία κ.λπ. Να πρυτανεύει όμως και το πνεύμα της κοινωνικής ευαισθησίας στις συνταγματικές προβλέψεις, να μοριοδοτούνται δηλαδή οι πολύτεκνοι, οι έχοντες αναπηρίες (εφόσον αυτές δεν τους εμποδίζουν στην άσκηση του αξιώματός τους), όσοι διαθέτουν πιστοποιητικό επάρκειας ναυαγοσώστη, οι εθελοντές πυροσβέστες κ.ά.
Αντιλαμβανόμαστε όλοι, βεβαίως, ότι η μετατροπή των ιδεών που εκθέτω παραπάνω σε συνταγματικές διατάξεις προϋποθέτει τεράστια δουλειά από ειδικούς. Εδώ όμως είναι και η αναπτυξιακή διάσταση της πρότασής μου!
Η διαμόρφωση των νέων διατάξεων θα προσθέτει τουλάχιστον καμιά εικοσαριά δυσνόητες σελίδες στο Σύνταγμα, πράγμα το οποίο μακροπρόθεσμα θα δώσει ώθηση στον χειμαζόμενο κλάδο των νομικών και ειδικά των συνταγματολόγων. Ισως μάλιστα η αύξηση της επαγγελματικής ύλης να οδηγήσει στη δημιουργία ακόμη δύο ή τριών νομικών σχολών, που τόση ανάγκη τις έχει η χώρα! Επίσης, οι αρχιτέκτονες της αναθεώρησης του 2001 βρίσκονται εδώ και είμαι βέβαιος ότι με προθυμία θα συνδράμουν το έργο των επιγόνων τους, με την πολύτιμη πείρα τους και τις συμβουλές τους…

