«Παραβαίνω τον νόμο τακτικά. Απεχθάνομαι να μου λένε τι να κάνω. Δεν είμαι υπέρ των νόμων. Χρειαζόμαστε λιγότερους νόμους». Τα παραπάνω «αποστάγματα σοφίας» θα μπορούσαν να προέρχονται από οποιονδήποτε, εκτός – λογικά – από κάποιον που φιλοδοξεί να κυβερνήσει μία χώρα. Κι όμως, τα έχει εκστομίσει (11 χρόνια πριν) ο άνθρωπος που, αυτή τη στιγμή, φιγουράρει ως αδιαφιλονίκητο φαβορί για να πάρει τα κλειδιά της Ντάουνινγκ Στριτ – τι κι αν (κατά δήλωσή του πάλι) «δεν θα ήταν πολύ καλός πρωθυπουργός»;
Ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο λαϊκιστής ηγέτης του αντιμεταναστευτικού – για πολλούς ακροδεξιού – κόμματος Reform UK (Μεταρρύθμιση ή Μεταρρυθμίστε το Ηνωμένο Βασίλειο), έχει εξελιχθεί από περιθωριακό στοιχείο και παρία του βρετανικού πολιτικού συστήματος σε ρυθμιστή του. Η επέλασή του έχει αναδιατάξει πλήρως το πολιτικό σκηνικό: οι κυβερνώντες Εργατικοί του Κιρ Στάρμερ κατακρημνίζονται, οι Τόρις της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπό την Κέμι Μπέιντενοκ είναι σχεδόν εξαφανισμένοι και το Reform UK έχει «κατασκηνώσει» στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων εδώ και εννέα μήνες.
Ο 61χρονος «Μίστερ Brexit», όπως τον έχει αποκαλέσει ο φίλος του Ντόναλντ Τραμπ, πλασάρεται ως αντισυστημικός και εκμεταλλεύεται τη βαθιά απογοήτευση – έως οργή – της κοινής γνώμης απέναντι τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην αντιπολίτευση, οικοδομώντας το αφήγημα της ρήξης με το κατεστημένο. Αυτό, άλλωστε, έπραττε σε όλη την αμφιλεγόμενη πολιτική διαδρομή του: έκανε καριέρα απαξιώνοντας την καθεστηκυία τάξη – της οποίας ενδέχεται, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, να γίνει κύριος εκφραστής. Σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, αν γίνονταν αύριο εκλογές, ο Φάρατζ – ο πιο δημοφιλής πολιτικός της Βρετανίας – θα χριζόταν πρωθυπουργός, προκαλώντας, όπως το έθεσε η «Guardian», «τον μεγαλύτερο πολιτικό σεισμό στη σύγχρονη πολιτική ιστορία». Στον μέσο όρο των ερευνών, το Reform UK των πέντε μόλις βουλευτών προηγείται με 11 μονάδες των Εργατικών (29% έναντι 18%), με τρίτο κόμμα τους Συντηρητικούς (17%).
Η δυσαρέσκεια των πολιτών για την κρίση του κόστους διαβίωσης, την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και τις μεταναστευτικές ροές, σε συνδυασμό με τη διάβρωση της εμπιστοσύνης προς τα δύο μεγάλα κόμματα, έχουν δημιουργήσει χώρο για μια λαϊκιστική εναλλακτική «λύση» που ευαγγελίζεται αυστηρότερους ελέγχους στη μετανάστευση και φοροελαφρύνσεις (αν και λιγότερες απ’ όσες υποσχόταν στο παρελθόν, καθώς οι αγορές τις απέρριψαν ως ανέφικτες). Με σύνθημα το τραμπικής έμπνευσης «Let’s make Britain great again», ο Φάρατζ κεφαλαιοποιεί το αίσθημα ανασφάλειας των πολιτών, με δηλώσεις του τύπου «ο κόσμος φοβάται να κυκλοφορήσει στους δρόμους μετά τις 9» και «πλήθη «ανεξακρίβωτων» ανδρών (βλ. αιτούντες άσυλο) κυκλοφορούν ελεύθερα απειλώντας γυναίκες και κορίτσια» και εξαγγελίες περί απέλασης 600.000 παράνομων μεταναστών.
Επιχειρώντας να εξηγήσει το «φαινόμενο Φάρατζ», ο Αγγελος Χρυσόγελος, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο London Metropolitan University, είπε στα «ΝΕΑ» ότι «η Βρετανία μετά το 2008 βρίσκεται σε μια κρίση διαρκείας του οικονομικού της μοντέλου και κατ’ επέκταση του πολιτικού της συστήματος. Ουσιαστικά, έκτοτε όλα τα κόμματα υπόσχονται γρήγορη επιστροφή στην οικονομική ανάπτυξη. Ολα όμως έχουν αποτύχει: είτε μιλάμε για τη λιτότητα της εποχής Κάμερον και τις υποσχέσεις του Τζόνσον για μεγάλες δημόσιες επενδύσεις μετά το Brexit, είτε για τη σημερινή κυβέρνηση Στάρμερ που είναι κάτι ενδιάμεσο». Κατά τον δρα Χρυσόγελο, ο οποίος έχει διατελέσει εταίρος του Chatham House, «υπάρχει η γενικευμένη αίσθηση ότι τίποτε δεν λειτουργεί: η αγορά είναι στα χέρια μεγάλων ξένων επενδυτικών ταμείων που, μετά τον θατσερισμό, ελέγχουν επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και το κράτος έχει παραλύσει σε πολλούς τομείς. Το πρόβλημα της μετανάστευσης είναι σίγουρα υπαρκτό, αλλά η έντασή του δεν μπορεί να γίνει κατανοητή εκτός του πλαισίου της οικονομικής στασιμότητας και της αδυναμίας του κράτους. Σίγουρα υπάρχουν ρατσιστές και ξενοφοβικοί που θα ψήφιζαν τον Φάρατζ έτσι κι αλλιώς, όμως η έκρηξη δημοφιλίας του κόμματός του οφείλεται σε όλους τους υπόλοιπους που βλέπουν τη μετανάστευση ως μια απτή συνέπεια πολλών άλλων αποτυχιών του πολιτικού συστήματος».
Αρκετοί επικριτές του Reform UK επισημαίνουν ότι πρόκειται για ένα προσωποπαγές κόμμα, ένα «one man show» χωρίς όραμα και πειστικό σχέδιο για τη διακυβέρνηση της χώρας. «Τα μέλη των υπόλοιπων κομμάτων εκλέγουν τους ηγέτες τους, συμβάλλουν στη διαμόρφωση της πολιτικής, εποπτεύουν τους κανόνες και, εν τέλει, έχουν την εξουσία. Το Reform UK δεν έχει τη δομή πολιτικού κόμματος, αλλά ιδιωτικής εταιρείας. Οι κίνδυνοι που δημιουργούνται όταν ένα κόμμα επιλέγει μια εταιρική δομή απειλούν την ποιότητα της δημοκρατίας μας», σχολίασε ο εκπρόσωπος της δεξαμενής σκέψης Open Britain.
Ο Φάρατζ έρχεται συχνά αντιμέτωπος με το σκοτεινό παρελθόν του – όπως συνέβη πρόσφατα, όταν η «Guardian» δημοσίευσε καταγγελίες 23 παλιών συμμαθητών του που ισχυρίζονται ότι, μέχρι τα 18 του, επεδείκνυε συστηματικά ρατσιστική συμπεριφορά. Μεταξύ άλλων, έκανε «αστεία» περί θαλάμων αερίων, «τιμώρησε» έναν μαθητή εξαιτίας του χρώματος του δέρματός του και έλεγε ότι «ο Χίτλερ είχε δίκιο». Απαντώντας, ο βρετανός πολιτικός έκανε λόγο για «πειράγματα του προαυλίου». Εναν μήνα νωρίτερα, η βουλευτής του Reform UK Σάρα Πότσιν δήλωνε ότι «εξοργίζεται» όταν βλέπει διαφημίσεις «γεμάτες μαύρους και Ασιάτες», ενώ την περασμένη εβδομάδα ο πρώην ηγέτης του κόμματος στην Ουαλία Νέιθαν Γκιλ καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10,5 ετών, αφού παραδέχθηκε ότι δωροδοκήθηκε από στενό φίλο του Βλαντίμιρ Πούτιν για να προωθήσει τα ρωσικά συμφέροντα.

