Τουρκική όξυνση τις προηγούμενες ημέρες στο Αιγαίο με εντεινόμενη επιστροφή στις παραβιάσεις και επεισόδια με σκάφη του Λιμενικού, ενόψει δε της επόμενης διπλής συνάντησης Γεραπετρίτη – Φιντάν στις αρχές Δεκεμβρίου στο ΝΑΤΟ και τον ΟΑΣΕ, όπου η ελληνική πλευρά εξακολουθεί να ελπίζει να φέρει την Τουρκία στην εντελώς ακατανόητη «πενταμερή», που όχι απλώς δεν υπόσχεται κανενός είδους ευκαιρία, αλλά, αντιθέτως, εγκυμονεί σοβαρούς, εντελώς αναιτιους κινδύνους.
Αυτή τη φορά όμως ίσως η τουρκική επιθετικότητα να υποκρύπτει και κάτι ευρύτερο: τη νευρικότητα της Αγκυρας για την αποτυχία της να διαδραματίσει τελικά ρόλο στο ουκρανικό ζήτημα. Αν και έφτασε κάποια στιγμή αρκετά κοντά, και δεν είναι λίγο, βγήκε από το κάδρο, ενώ όταν οι εξελίξεις απέκτησαν ουσιαστικό περιεχόμενο η Τουρκία δεν υπήρχε καν στον ορίζοντα.
Παρά το γεγονός αυτό, ο Ερντογάν δεν το βάζει κάτω: στο παρά ένα, πρότεινε εκ νέου την Κωνσταντινούπολη για τις ειρηνευτικές συνομιλίες, όταν οι Ουκρανοί ήδη δηλώνουν ότι στη Γενεύη μπήκαν τα θεμέλια για το τέλος του πολέμου. Ο Ερντογάν απέτυχε και τον ενοχλεί. Ομως, την ίδια ώρα, δύο άλλες εξελίξεις ίσως του προκάλεσαν μεγαλύτερη ανησυχία.
Η πρώτη ήταν η βεβαιότητα του πρωθυπουργού του Ισραήλ Νετανιάχου ότι η Τουρκία δεν θα πάρει τελικά τα αμερικανικά μαχητικά F35. Ισως κατά βάθος να το πιστεύει και ο ίδιος και γι’ αυτό να προχώρησε στην αγορά των Eurofighter. Αλλωστε έχει να λύσει και το πρόβλημα, ένα από τα πολλά, της προμήθειας των κινητήρων του τουρκικού Kaan και αυτές οι δύο είναι οι κύριες ελπίδες του.
Το άλλο ακόμα πιο ακανθώδες ζήτημα για την Αγκυρα είναι ότι ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ προχώρησε στον χαρακτηρισμό των «Αδελφών Μουσουλμάνων» ως τρομοκρατική οργάνωση. Αυτό, δεν είναι καλό σημάδι για τον Ερντογάν. Και σίγουρα τον οδηγεί σε δεύτερες σκέψεις για το αν είναι κοινωνός της πραγματικής πολιτικής του Λευκού Οίκου, ή αν κάτι δεν πάει καλά και τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται.
Στον αντίποδα, η διαφαινόμενη επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με την Αίγυπτο που επεκτείνεται τώρα και σε τριμερείς επαφές με το Κατάρ για το Μεσανατολικό, είναι επιτυχία της Αγκυρας. Ειδικά δε όταν πιθανώς συνοδεύονται και από παράλληλες αμυντικές και όχι μόνον συνομιλίες, έπειτα από μακρά πολική περίοδο στις σχέσεις των δύο χωρών. Ομως, και πάλι, στο μέτρο που η ατζέντα αυτών των επαφών ενδέχεται να λάβει χαρακτηριστικά εναντίον του Ισραήλ, και μάλιστα με τουρκική πρωτοβουλία, τίθεται το ερώτημα αν ο Ερντογάν, που αναζητεί διακαώς ρόλο – ή, καλύτερα, ρόλους –, έχει επιλέξει τους σωστούς.
Η αναμφίβολη επιτυχία του στη Συρία επέφερε σημαντική αναβάθμιση της Τουρκίας. Και ουσιαστικά είναι το κύριο από όσα επιχείρησε και πέτυχε. Ολα τα παραπάνω όμως δείχνουν ότι αν επιμείνει στον γνωστό του εαυτό, όπως μάλλον κάνει, θα τη θέσει τελικά και αυτή σε κίνδυνο.

