10.4 C
Thessaloniki

Ρούφους Γουέινραϊτ στα ΝΕΑ: «Είναι σαν να ζούμε στο όραμα του λόρδου Βύρωνα»

Ημερομηνία:

Οι ήχοι από το πολύβουο Λος Αντζελες έφταναν από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ηταν έντεκα το πρωί εκεί και εννέα το βράδυ στην Αθήνα όταν μιλήσαμε. Αυτή η χρονική απόσταση, σχεδόν συμβολική, ταίριαζε με τον τρόπο που κινείται ο Ρούφους Γουέινραϊτ ανάμεσα στην ποπ και την όπερα, στην Αμερική και την Ευρώπη, αλλά και ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι του δικού του «Dream Requiem». Πρόκειται για το συμφωνικό έργο που θα παρουσιάσει στις 22 Μαρτίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με την Κιάρα Μαστρογιάνι στον ρόλο της αφηγήτριας, με τη σύμπραξη της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας και τη χορωδία της ΕΡΤ, την παιδική και νεανική χορωδία Rosarte. Οταν προσπάθησε να εξηγήσει τον δημιουργικό πυρήνα του είχε πει χαρακτηριστικά: «Ανεξάρτητα από τις πνευματικές πεποιθήσεις του καθενός, ως καλλιτέχνης όταν αντιμετωπίζεις ένα δυνατό και αρχαίο ιερό κείμενο γύρω από τον θάνατο κάπως πρέπει να το προσεγγίσεις. Αυτό πιστεύω ταπεινά ότι συνέβη κατά τη σύνθεση του “Dream Requiem“. Είτε γιατί έκλεινα τα 50 μου χρόνια και η τελική γήινη εικόνα μου αρχίζει να σχηματίζεται στον ορίζοντα, είτε λόγω της λανθάνουσας καθολικής μου ανατροφής η οποία, αν και όχι αυστηρή, ήταν εξαιρετικά επιδραστική, είτε απλώς γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε τέτοιο έργο. Πολλές ισχυρές δυνάμεις συγκλόνισαν τη σύνθεσή του και δεν μου έλειψε ποτέ η αίσθηση κατεύθυνσης». Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που παραχώρησε στα «Πρόσωπα» αναφέρθηκε σε όλα όσα θίγει στο μικρό επεξηγηματικό του κείμενο για το «Dream Requiem», αλλά και σε όσα υπαινίσσονται.

Ο Γουέινραϊτ δεν υπήρξε ποτέ καλλιτέχνης που χωρούσε εύκολα σε κατηγορίες. Αν και έχει ταυτιστεί με την ποπ τραγουδοποιία, η καλλιτεχνική του ταυτότητα εκτείνεται πέρα από αυτήν. Γεννημένος στη Νέα Υόρκη το 1973 και μεγαλωμένος στο Μόντρεαλ, με αμερικανική και καναδική υπηκοότητα, κουβαλά μια ταυτότητα εκ φύσεως διπλή και ίσως γι’ αυτό τόσο ανοιχτή. Το 2023, με το άλμπουμ «Folkocracy», επέστρεψε ουσιαστικά στις ρίζες του, ανακαλώντας τα παιδικά καλοκαίρια στα φολκ φεστιβάλ δίπλα στους διάσημους γονείς του, Λούντον Γουέινραϊτ ΙΙΙ και Κέιτ Μακγκάριγκλ. Μέσα από την ποπ δημιουργία έγινε ευρύτερα γνωστός, απλώνοντας διαρκώς όμως γέφυρες προς το λυρικό θέατρο και τις μεγάλες συμφωνικές φόρμες. Η φωνή του, απαλή αλλά ελαφρώς βραχνή, κινείται με άνεση από τη θεατρική μεγαλοπρέπεια στη λεπτή εξομολόγηση. Η συνθετική του θερμοκρασία έχει καταγραφεί σε σάουντρακ ταινιών όπως το «Brokeback Mountain», το «Moulin Rouge» και το «Shrek». Η συζήτησή μας άρχισε εξηγώντας γιατί επέλεξαν ως βάση τους – εκείνος και ο γερμανός σύζυγός του, Γιορν Βάισμπροτ – το Λος Αντζελες. «Σχεδόν 15 χρόνια εδώ έκανα τα πρώτα μου άλμπουμ. Ξέρεις, είναι πραγματικά το κέντρο της μουσικής βιομηχανίας. Εχουμε μια πολύ μεγάλη οικογένεια στον Καναδά, ένα σπίτι στο Μόντοκ της Νέας Υόρκης και ένα διαμέρισμα στο Βερολίνο. Οπότε έχω πολλές επιλογές».

Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ. Στην «Πόλη των αγγέλων» πέρασε και το μεγαλύτερο μέρος της πανδημίας, μια περίοδος που ήταν ιδιαίτερα παραγωγική για εκείνον: «Μισώ που το παραδέχομαι, αλλά κατά κάποιον τρόπο μού λείπει λίγο η πανδημία. Ξέρω ότι για τους περισσότερους ανθρώπους ήταν τρομερή και το καταλαβαίνω. Για μένα όμως ήταν μια πολύ καλή περίοδος γιατί πέρασα πολύ χρόνο με την οικογένειά μου και δεν χρειαζόταν να ταξιδεύω τόσο πολύ. Και τελικά ήμουν πάρα πολύ δημιουργικός. Ηταν ένα πολύ θετικό διάστημα». Τότε, όπως λέει, συνέθεσε ένα μεγάλο μέρος του «Dream Requiem», το οποίο «αφορούσε πραγματικά το τέλος ενός κόσμου – του κόσμου πριν από την πανδημία. Γιατί υπάρχει πραγματικά ο κόσμος προ πανδημίας και ο κόσμος μετά. Το έργο όμως δεν αφορά κάποιον συγκεκριμένα ή κάποια συγκεκριμένη καταστροφή. Αφορά περισσότερο, αν θες, τη μεταμόρφωση που περνά ο κόσμος αυτή τη στιγμή».

Η σύνθεση θα έλεγε κανείς ότι ακροβατεί ανάμεσα σε δύο εποχές σκοταδιού. Από τη μια, η λατινική λειτουργία του Ρέκβιεμ, με τη βαρύτητα και τη μεγαλοπρέπεια της τελετουργίας, και από την άλλη, οι σκληρές εικόνες, το ποίημα «Darkness» του Λόρδου Βύρωνα, γραμμένο τη χρονιά που η έκρηξη του ηφαιστείου Ταμπόρα στην Ινδονησία σκέπασε τον ουρανό της Ευρώπης. Σε αυτό το ιστορικό μαύρο φόντο, που γέννησε τον φόβο, την αβεβαιότητα, την απώλεια, αντηχούν σήμερα οι εμπειρίες της πανδημίας. Αυτά υπάρχουν στον πυρήνα του έργου που πρωτοπαρουσίασε το 2024. Τα χρόνια που μεσολάβησαν δεν είναι πολλά αλλά ο καναδός δημιουργός παραδέχεται ότι το προσεγγίζει ερμηνευτικά αλλιώς μετά τα γεγονότα των τελευταίων ετών. «Κάθε εκδοχή είναι πολύ διαφορετική, από άλλους μουσικούς, χορωδίες, αλλά κυρίως διαφορετικούς ηθοποιούς που αποδίδουν το μέρος του προφορικού λόγου.

Η Μέριλ Στριπ, για παράδειγμα, ήταν κλασική, η Ιζαμπέλ Ιπέρ κάπως πιο ενστικτώδης. Πολλά αντανακλώνται στον τρόπο με τον οποίο ο αφηγητής επιλέγει να αποδώσει το ποίημα του Μπάιρον». Παραθέτει μια σχετική ιστορία όταν παρουσίασε το έργο στη Βαρκελώνη με αφηγήτρια τη Σάρον Στόουν: «Δεν μπόρεσε να έρθει λόγω των πυρκαγιών στο Λος Αντζελες. Επρεπε να την αντικαταστήσω και να γίνω εγώ ο αφηγητής. Ηταν πολύ δυνατό έχοντας ζήσει εκείνη την οικολογική καταστροφή. Η φωτιά αναφέρεται πολύ μέσα στο ποίημα του Μπάιρον και είναι πραγματικά ανατριχιαστικό. Τώρα ζούμε μέσα στο όραμα του Βύρωνα» παρατηρεί. Κλιματική κρίση, πολιτική αστάθεια, αίσθηση επικείμενης κατάρρευσης. Κι όμως, βλέπει και μια «εποχή δράσης». «Ακόμη κι αν είμαστε καταδικασμένοι, πιθανότατα θα πέσουμε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, έχοντας τουλάχιστον προσπαθήσει».

Ο ΒΕΡΝΤΙ. Η συζήτηση στρέφεται στο πότε και πώς άρχισε να γοητεύεται από τον κόσμο του λυρικού τραγουδιού όταν άκουσε για πρώτη φορά στα 13 του χρόνια το «Ρέκβιεμ» του Τζουζέπε Βέρντι από τη Λεοντάιν Πράις (Leontyne Price). «Ενιωσα ότι βρήκα το καλλιτεχνικό μου πεπρωμένο, μου άλλαξε τη ζωή. Το άκουσα με τη μητέρα μου και ήταν σχεδόν μια θρησκευτική εμπειρία. Σαν να με έθαψε η μουσική και βγήκα αναστημένος, έγινα φανατικός της όπερας. Αυτό ακριβώς ήταν η επίδραση που είχε πάνω μου». Το σπουδαίο αυτό δώρο, όπως θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς, το έλαβε εξαιτίας των γονιών του. Ετσι μέσα στην ποπ αισθητική της εφηβείας η όπερα έγινε το «μυστικό του όπλο».

«Εβλεπα τους γονείς μου να γράφουν τραγούδια, έγραφα κι εγώ, οπότε ήξερα ότι το πεπρωμένο μου ήταν να γίνω τραγουδοποιός. Οταν ανακάλυψα την όπερα και βυθίστηκα στην πειθαρχία που απατούσε βρήκα ένα ολόκληρο «οπλοστάσιο» που κανείς δεν γνώριζε – ακόμη και από τη γενιά των γονιών μου. Η όπερα δεν ήταν καθόλου δημοφιλής στους χίπηδες τη δεκαετία του ’60. Οπότε αισθάνθηκα σαν να ανακάλυψα το σπήλαιο του Αλαντίν, κατά κάποιον τρόπο». Κι αν έπρεπε να διαλέξει; Ποπ ή όπερα; «Είναι μια πολύ δύσκολη απόφαση, που πραγματικά δεν μπορώ να πάρω». Παραδέχεται πως όταν κάνει όπερα, του λείπει η ποπ, όταν γράφει ποπ για καιρό, νοσταλγεί την όπερα. Τελικά, σχεδόν απρόθυμα, ομολογεί πως «υποθέτω ότι θα έπρεπε να διαλέξω την όπερα, μόνο και μόνο επειδή είναι κάπως η “θρησκεία” μου». Οχι γιατί τον κάνει πιο ευτυχισμένο, αλλά γιατί εκεί έχει ζήσει «πιο βαθιές εμπειρίες» και μια μορφή «πνευματικής διαύγειας».

Οταν τον ρωτώ αν θεωρεί το έργο του πολιτική πράξη, διστάζει. Δεν αυτοπροσδιορίζεται ως «πολιτικός καλλιτέχνης». Ωστόσο, παραδέχεται ότι για να γράψει το «Ρέκβιεμ» έπρεπε «κάπως να πιστέψω στον Χριστό, σε αυτά που δίδαξε. Υπό αυτή την έννοια είναι πολιτικό». Οχι με εκκλησιαστική έννοια, αλλά στις βασικές αρχές, βοήθεια προς τους φτωχούς, καλοσύνη προς τον συνάνθρωπο. Σε έναν κόσμο όπου, όπως υπαινίσσεται, οι ηγέτες δεν κυβερνούν με αληθινές χριστιανικές αρχές, η ίδια η ηθική στάση μετατρέπεται σε πολιτική δήλωση. Η θρησκεία έγινε πολιτική για καλό ή για κακό.

ΗΠΑ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ. Αναφέρεται στη σημασία της ψήφου στις ΗΠΑ και στη φιλία του με την Τζέιν Φόντα, που οργανώνει καλλιτέχνες για την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Μιλά όμως και ως πατέρας που ανησυχεί για το μέλλον της κόρης του, «ειδικά ως γυναίκας», και πιστεύει πως «πρέπει να κάνεις κάτι κάθε μέρα. Προσπαθώ να τη διδάξω ότι πρέπει να μιλάμε πολύ για όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Αναφέρομαι στην ισότητα, την κοινωνική ενσωμάτωση, την ένταξη και όλα αυτά τα “άσχημα πράγματα” σύμφωνα με τον Τραμπ».

Η Ελλάδα κατέχει ιδιαίτερη θέση στη διαδρομή του. Μέσα από παλιές συνεργασίες με τον σπουδαίο συνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου και τη φιλία του με την Αλκηστη Πουλοπούλου ανέπτυξε μια μακροχρόνια σχέση με τη χώρα. Θεωρεί την Αθήνα πολιτιστικό κόμβο που συνδέει Ευρώπη, Αμερική και Απω Ανατολή – μια πόλη «διακριτική», όχι εμμονικά προσανατολισμένη στο κέρδος, αλλά στο πνεύμα σύνδεσης.

Θυμάται τη συναυλία του στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού την οποία χαρακτηρίζει ως «μία από τις πιο απίστευτες εμπειρίες της ζωής μου. Ενιωσα σαν να απογειώθηκα τη στιγμή που άρχισα να τραγουδάω σε εκείνο τον χώρο». Το μεγάλο του όνειρο; Να τραγουδήσει στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Πριν κλείσουμε του ζήτησα να μου περιγράψει τι βλέπει μπροστά του εκείνη τη στιγμή. «Βλέπω κάποιον να μαζεύει τα περιττώματα του σκύλου του από το έδαφος στο Λος Αντζελες. Η ζωή είναι φυσιολογική. Μια φυσιολογική ζωή, η οποία είναι όμορφη».

Πηγή: taNea.gr

κοινοποιήστε την ανάρτηση

Εγγραφείτε

spot_imgspot_img

Δημοφιλή

Περισσότερα σαν αυτό
Related