Αυτός είναι ο τρίτος πόλεμος του Περσικού Κόλπου από τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέλαβαν τον ρόλο της κυρίαρχης δύναμης και επιρροής στη Μέση Ανατολή στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Και είναι αναμφισβήτητα η πιο επικίνδυνη, καθοριστική και συγκεχυμένη από όλες. Η καταστροφή και το χάος που εξαπλώνονται στην περιοχή επιβεβαιώνουν το καθεστώς της Μέσης Ανατολής ως της σημαντικότερης «βιομηχανίας κρίσεων» στον κόσμο, αλλά θέτουν επίσης το ερώτημα πώς γίνεται οι Αμερικανοί πρόεδροι να δηλώνουν συχνά ότι τερματίζουν την αμερικανική παρέμβαση στην περιοχή, μόνο και μόνο για να παρασύρονται ξανά σε αυτήν.
Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ έχουν προσπαθήσει κατά μέσο όρο μία φορά ανά δεκαετία να ανατρέψουν κάποια κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή· ωστόσο, σχεδόν κάθε φορά τόσο η χώρα όσο και οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέληξαν σε δυσμενέστερη θέση, εξαιτίας απρόβλεπτων συνεπειών που προέκυψαν. Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκινά άλλη μία αλλαγή καθεστώτος- αυτή τη φορά στο Ιράν, μια χώρα 90 εκατομμυρίων ανθρώπων- η ανησυχία είναι μεγάλη. Τα χρονοδιαγράμματα ήδη παρατείνονται, ενώ ενισχύεται καθημερινά η εντύπωση ότι ο Τραμπ διακινδυνεύει το μέλλον μιας χώρας για την οποία γνωρίζει ελάχιστα πράγματα.
Ο πρώτος πόλεμος του Περσικού Κόλπου
Ο πρώτος πόλεμος του Περσικού Κόλπου, το 1990-91, είχε τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι ήταν σχετικά περιορισμένος ως προς την έκταση, τον σκοπό και τη διάρκειά του. Όταν ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Κουβέιτ, ο Τζορτζ Χ. Γ. Μπους απώθησε τις ιρακινές δυνάμεις σχετικά εύκολα, διατηρώντας μια ευρεία αραβική συμμαχία υποστήριξης, εν μέρει διασφαλίζοντας ότι το Ισραήλ δεν θα απαντούσε στις προκλήσεις του Σαντάμ και δεν θα εμπλεκόταν στον πόλεμο. Σεβόμενος την εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ να απελευθερώσει το Κουβέιτ, αλλά όχι να εισβάλει στο Ιράκ, ο Μπους αποφάσισε να μην καταδιώξει τον ηττημένο ιρακινό στρατό μέχρι τη Βαγδάτη. Έτσι, η χερσαία εκστρατεία διήρκησε μόλις 100 ώρες.
Η μονόπλευρη φύση εκείνου του πολέμου έχει ομοιότητες με όσα συμβαίνουν σήμερα στο Ιράν. Ο Άραβας διανοούμενος Άζμι Μπισάρα τον περιέγραψε ως ένα είδος πολέμου όπου «η μία πλευρά πολεμά χωρίς κίνδυνο και η άλλη χωρίς καμία ελπίδα- η πρώτη χάνει τυχαία λίγους ανθρώπους, ενώ η δεύτερη χάνει εκατοντάδες χιλιάδες από τη βία των όπλων».
Ωστόσο, ο πρώτος πόλεμος άφησε πίσω του μια σημαντική παρακαταθήκη. Οι Κούρδοι και οι σιίτες μουσουλμάνοι συνειδητοποίησαν τον κίνδυνο του να αποτελούν εργαλείο στα σχέδια ενός Αμερικανού προέδρου: είχαν παροτρυνθεί να εξεγερθούν κατά του Σαντάμ και να «πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους», αλλά τελικά διαπίστωσαν ότι ο Μπους παρέμεινε αμέτοχος. Αυτό είναι κάτι που πιθανόν έχουν καταλάβει οι Κούρδοι του Ιράν.
Δεύτερον, ο πόλεμος έφερε μισό εκατομμύριο Αμερικανούς στρατιώτες στη Μέση Ανατολή και, όπως γράφει ο Μαρκ Λιντς στο βιβλίο του με τίτλο «Η καταστροφή μιας περιοχής» («The Ruination of a Region»), αυτοί οι στρατιώτες «σε συμβολικό επίπεδο δεν έφυγαν ποτέ, αλλά μετακινήθηκαν σε ένα αρχιπέλαγος αμερικανικών βάσεων στον Κόλπο, τον Λεβάντε και τη νότια Τουρκία που σχεδιάστηκαν για τη διπλή ανάσχεση τόσο του Ιράκ όσο και του Ιράν». Αυτές οι βάσεις, που τώρα δέχονται επιθέσεις από το Ιράν, έγιναν «το υποδομικό θεμέλιο της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας».
Ο δεύτερος πόλεμος του Κόλπου
Στον δεύτερο πόλεμο του Κόλπου (2003-2011) ο Τζορτζ Γ. Μπους αποφάσισε ότι ο Σαντάμ έπρεπε να φύγει λόγω της υποτιθέμενης κατοχής όπλων μαζικής καταστροφής. Τουλάχιστον, υπήρχε ένας αναγνωρίσιμος πολεμικός στόχος, αν και βασισμένος σε μια τεράστια αποτυχία των μυστικών υπηρεσιών για την οποία κανείς δεν ανέλαβε ευθύνη.
Η αισιοδοξία για το τι θα ακολουθούσε μετά τον πόλεμο ήταν τόσο μεγάλη όσο και η επιθυμία για πόλεμο. Σε ακρόαση στο Κογκρέσο, ο τότε υφυπουργός Άμυνας Πολ Γούλφοβιτς δήλωσε το 2003 ότι οι Ιρακινοί ήταν «23 εκατομμύρια από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους στον αραβικό κόσμο που θα μας υποδεχτούν ως απελευθερωτές». Απέρριψε τις συγκρίσεις με τα Βαλκάνια και είπε ότι το Ιράκ δεν είχε ιστορικό «εθνοτικών πολιτοφυλακών που πολεμούν μεταξύ τους». Ήταν επίσης βέβαιος ότι οι ελεύθεροι Ιρακινοί θα απέρριπταν τον ισλαμιστικό εξτρεμισμό ή τη θεοκρατία.
Ένας ακόμη υποστηρικτής του πολέμου ήταν ο τότε ηγέτης της ισραηλινής αντιπολίτευσης Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος είχε δηλώσει: «Αν απομακρύνετε τον Σαντάμ, σας εγγυώμαι ότι θα υπάρξουν τεράστιες θετικές επιπτώσεις σε όλη την περιοχή».
Ωστόσο, συνέβη το αντίθετο. Το Ιράν έγινε ισχυρότερο, συμπεριλαμβανομένου και του Ιράκ.
Ο Τζον Σόουερς, πρώην επικεφαλής της MI6 και ειδικός απεσταλμένος της Βρετανίας στη Βαγδάτη το 2003, χαρακτήρισε αργότερα την κατάσταση μετά την εισβολή ως «το απόλυτο χάος».
«Δεν υπήρχε πραγματικός σχεδιασμός για την επόμενη μέρα. Οι Αμερικανοί κάθονταν κλεισμένοι στα άρματα και τα τεθωρακισμένα τους με γυαλιά ηλίου και βαριά κράνη, χωρίς καμία επαφή με τον ιρακινό λαό», είπε.
Ο Φίλιπ Γκόρντον, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας της πρώην αντιπροέδρου Κάμαλα Χάρις, υποστήριξε ότι υπάρχει κάτι θεμελιωδώς λανθασμένο στην αμερικανική αντίληψη περί αλλαγής καθεστώτος.
«Όταν υπονοούμε ότι οι ΗΠΑ μπορούν να λύσουν τα προβλήματα της Μέσης Ανατολής αρκεί το κάνουν σωστά, αξίζει να λάβουμε υπόψη ότι στο Ιράκ οι ΗΠΑ παρενέβησαν και κατέλαβαν τη χώρα και το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Στη Λιβύη οι ΗΠΑ παρενέβησαν αλλά δεν κατέλαβαν τη χώρα και το αποτέλεσμα ήταν επίσης καταστροφικό. Στη Συρία, οι ΗΠΑ δεν παρενέβησαν ούτε κατέλαβαν τη χώρα και το αποτέλεσμα ήταν και πάλι καταστροφικό», δήλωσε.
Πριν από τον πόλεμο στο Ιράκ υπήρξε εκτεταμένη δημόσια συζήτηση, σε αντίθεση με την επίθεση στο Ιράν που βασίστηκε περισσότερο στον αιφνιδιασμό. Το 2003 ο Κόλιν Πάουελ παρουσίασε στον ΟΗΕ στοιχεία για υποτιθέμενα βιολογικά όπλα, αν και αργότερα αποδείχθηκε ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν λανθασμένες. Ο πόλεμος κόστισε πιθανόν στις ΗΠΑ περίπου 2 τρισεκατομμύρια δολάρια, οδήγησε στη δημιουργία της τρομοκρατικής οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και προκάλεσε τον θάνατο από 150.000 έως 1 εκατομμύριο ανθρώπους, σύμφωνα με διαφορετικές εκτιμήσεις.
Ο σημερινός πόλεμος του Κόλπου
Η σημερινή σύγκρουση χαρακτηρίζεται από έντονη ασάφεια και σύγχυση, καθώς ο Τραμπ και η ομάδα του έχουν δώσει εντελώς αντικρουόμενες δικαιολογίες για τον πόλεμο.
Ο επικεφαλής του Πενταγώνου Πιτ Χέγκσεθ δήλωσε: «Τρελά καθεστώτα όπως το Ιράν, που καθοδηγούνται από προφητικές ισλαμικές αυταπάτες, δεν μπορούν να έχουν πυρηνικά όπλα».
Άλλοι ισχυρίζονταν ότι το Ιράν ήταν κοντά στο να αποκτήσει διηπειρωτικό βαλλιστικό πύραυλο ικανό να πλήξει την Αμερική ή ότι απείχε μόλις μία εβδομάδα από την εξασφάλιση υλικού για την κατασκευή πυρηνικής βόμβας. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωσε ότι οι συνομιλίες με το Ιράν δεν είχαν περάσει το τεστ αξιοπιστίας, υποστηρίζοντας ότι η χώρα κατασκεύαζε εγκαταστάσεις 20 μέτρα κάτω από το έδαφος και εμπλούτιζε ουράνιο σε ποσοστό έως 60%. Ως αποτέλεσμα, οι πυρηνικές εγκαταστάσεις που «καταστράφηκαν» στις επιθέσεις τον περασμένο Ιούνιο έπρεπε να καταστραφούν ξανά.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει μιλήσει για αλλαγή του «τρομοκρατικού καθεστώτος».
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε: «Ξέραμε ότι το Ισραήλ επρόκειτο να περάσει στη δράση. Ξέραμε ότι αυτό θα οδηγούσε σε αντεπίθεση εναντίον αμερικανικών δυνάμεων, και ξέραμε ότι εάν δεν εξαπολύαμε εμείς προληπτικά επίθεση, προτού προχωρήσουν σε αντίποινα, θα κινδυνεύαμε να υποστούμε μεγαλύτερες απώλειες».
Ο κίνδυνος διάλυσης του Ιράν
Μέρος της σύγχυσης μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι οι πολιτικοί στόχοι του Ισραήλ και των ΗΠΑ δεν είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένοι. Ο Τραμπ δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι «έχει τρεις πολύ καλούς υποψηφίους» για να αναλάβουν τη διακυβέρνηση του Ιράν μεταπολεμικά. Ωστόσο, αργότερα παραδέχτηκε ότι δύο κύματα επιθέσεων από ΗΠΑ και Ισραήλ είχαν σκοτώσει Ιρανούς που θεωρούνταν πιθανοί μελλοντικοί ηγέτες.
«Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που είχαμε στο μυαλό μας είναι νεκροί. Τώρα, έχουμε μια άλλη ομάδα. Μπορεί να είναι και αυτοί νεκροί, σύμφωνα με τις αναφορές. Οπότε, υποθέτω ότι έρχεται ένα τρίτο κύμα. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι δεν θα γνωρίζουμε κανέναν», δήλωσε.
Ορισμένοι φοβούνται ότι το καθεστώς στο Ιράν μπορεί να καταρρεύσει και η χώρα να διασπαστεί σε πολλά κομμάτια, δημιουργώντας ένα αποτυχημένο κράτος– κάτι που συχνά οδηγεί σε τρομοκρατία, λαθρεμπόριο όπλων και εγκληματικότητα. Οι μεγάλες εθνοτικές μειονότητες του Ιράν- Κούρδοι, Μπαλόχοι, Άραβες Αχβάζι, Αζέροι– θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο σε μια τέτοια περίπτωση. Η συντριπτική πλειοψηφία των φυσικών πόρων του Ιράν – πετρέλαιο, φυσικό αέριο και σημαντικές πηγές νερού – βρίσκονται εκτός του κεντρικού οροπεδίου, σε περιοχές με μη περσικές κοινότητες και έναν σημαντικό σουνιτικό μουσουλμανικό πληθυσμό. Αντίθετα, η σιιτική-περσική πλειοψηφία συγκεντρώνεται στο κεντρικό οροπέδιο, μια άνυδρη περιοχή που οριοθετείται δυτικά από τα βουνά Ζάγκρος, βόρεια από την οροσειρά Άλμπορζ και ανατολικά από την κεντρική έρημο του Ιράν.
Ωστόσο, οι συγκρίσεις των πολέμων του Κόλπου δεν είναι απόλυτα ακριβείς. Το Ισραήλ δεν ήταν η κινητήρια δύναμη στους προηγούμενους πολέμους όπως φαίνεται να είναι τώρα, και δεν υπάρχουν δυτικά χερσαία στρατεύματα. Παρόλα αυτά, ο κίνδυνος είναι ότι πρόκειται για ένα αμερικανικό σχέδιο που εστιάζει αποκλειστικά στην εξουδετέρωση της απειλής που αποτελεί το Ιράν. Οι προάγγελοι του σοκ και του δέους γνωρίζουν ελάχιστα για τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να αναδυθούν από την καταστροφή της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Στο δρόμο προς τη Βαγδάτη το 2003, ο διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων, στρατηγός Ντέιβιντ Πετρέους, έθεσε μια εξαιρετική ερώτηση: «Πείτε μου, πώς θα τελειώσει αυτό;».
Το ερώτημα αυτό παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο.
Πηγή: Guardian
www.ertnews.gr

