14 C
Thessaloniki

Ο δημοσιονομικός γρίφος των ΗΠΑ: Ακυρωμένοι δασμοί, διογκωμένο έλλειμμα

Ημερομηνία:

Η απόφαση του Supreme Court of the United States — του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών — να κρίνει παράνομους βασικούς δασμούς που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μεταβάλλει ριζικά το δημοσιονομικό τοπίο της χώρας και ανατρέπει έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομικής του στρατηγικής: τη χρηματοδότηση των φορολογικών ελαφρύνσεων μέσω αυξημένων εσόδων από τη φορολόγηση των εισαγωγών.

Η εξέλιξη αυτή, πέρα από τις εμπορικές της διαστάσεις, έχει έντονες επιπτώσεις στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, με αναλυτές να προειδοποιούν ότι η απώλεια των προβλεπόμενων εσόδων μπορεί να προσθέσει έως και 2,4 τρισ. δολάρια στο δημόσιο χρέος μέχρι το 2035, αυξάνοντάς το κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Επιτροπής για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό (Committee for a Responsible Federal Budget), η ακύρωση των δασμών στερεί από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό κρίσιμους πόρους που είχαν ενσωματωθεί στις μεσοπρόθεσμες δημοσιονομικές προβολές. Παρόμοιες αναλύσεις από το Ινστιτούτο Bruegel των Βρυξελλών (Bruegel) και την εταιρεία οικονομικών μελετών Strategy Economics (Strategy Economics) συγκλίνουν στο ότι, εφόσον οι δασμοί δεν επανέλθουν σε μόνιμη βάση μέσω άλλων νομικών εργαλείων, το δημοσιονομικό κενό θα διευρυνθεί σε μια περίοδο όπου το ομοσπονδιακό χρέος ήδη υπερβαίνει το 120% του ΑΕΠ.

Η κυβέρνηση είχε στηρίξει σημαντικό μέρος της στρατηγικής της στα έσοδα που προέκυπταν από την εφαρμογή του Νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών σε Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης (International Emergency Economic Powers Act). Με βάση στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών (United States Department of the Treasury), τα έσοδα από τελωνειακούς δασμούς έως τον Σεπτέμβριο του 2025 είχαν φθάσει τα 195 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση άνω του 250% σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος. Το πραγματικό μέσο επίπεδο δασμών είχε αγγίξει το 16%, το υψηλότερο από το 1935, επιβαρύνοντας κάθε αμερικανικό νοικοκυριό με έως και 1.000 δολάρια ετησίως.

Η κατάργηση των μέτρων αυτών, αν και δυνητικά αποπληθωριστική, αφαιρεί ένα σημαντικό έσοδο. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (Congressional Budget Office) είχε εκτιμήσει ότι οι συγκεκριμένοι δασμοί θα μείωναν το ομοσπονδιακό έλλειμμα κατά περίπου 3 τρισ. δολάρια έως το 2035. Ωστόσο, το Ίδρυμα Φορολογικής Πολιτικής Tax Foundation (Tax Foundation) υπολόγιζε τη συνολική εισπρακτική τους συμβολή στα 1,4 τρισ. δολάρια σε βάθος δεκαετίας, πριν συνυπολογιστούν οι αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.

Το πρόβλημα επιτείνεται από την παράταση και διεύρυνση των φορολογικών ελαφρύνσεων του 2017, που θεσπίστηκαν με τη λεγόμενη «Μεγάλη και Ωραία Νομοθετική Πρωτοβουλία» (One Big Beautiful Bill Act). Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι η δέσμη αυτή θα αυξήσει το έλλειμμα κατά 4,1 τρισ. δολάρια την επόμενη δεκαετία. Ήδη, το δημοσιονομικό έλλειμμα για το οικονομικό έτος 2025 διαμορφώθηκε στα 1,8 τρισ. δολάρια, παρά τα αυξημένα έσοδα από δασμούς, γεγονός που καταδεικνύει ότι το διαρθρωτικό πρόβλημα υπερβαίνει κατά πολύ το εμπορικό σκέλος.

Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η κατάργηση των δασμών θα μπορούσε να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, δημιουργώντας περιθώρια για μείωση των επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών (Federal Reserve). Η μείωση του κόστους των εισαγόμενων αγαθών ενδέχεται να ενισχύσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση. Ωστόσο, ακόμη και αν υπάρξει βραχυπρόθεσμη ώθηση στην ανάπτυξη, οι περισσότεροι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι δεν αρκεί για να αντιστρέψει τη μακροπρόθεσμη ανοδική πορεία του χρέους.

Το κόστος εξυπηρέτησης του ομοσπονδιακού χρέους απορροφά πλέον σχεδόν το 20% των κρατικών εσόδων, περιορίζοντας δραστικά τη δημοσιονομική ευελιξία. Με τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ να προβλέπεται ότι θα αυξηθεί από το 120% στο 122% τα επόμενα χρόνια, ακόμη και χωρίς τους ακυρωμένους δασμούς, η αμερικανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαρθρωτική πρόκληση που απαιτεί συνδυασμό περιορισμού δαπανών και αναμόρφωσης του φορολογικού συστήματος.

Η βασική αδυναμία των δασμών ως εργαλείου δημοσιονομικής πολιτικής είναι ότι επιβάλλουν υψηλό φορολογικό συντελεστή σε στενή φορολογική βάση — τις εισαγωγές αγαθών — σε αντίθεση με ευρύτερους φόρους, όπως ο φόρος εισοδήματος ή οι γενικοί φόροι κατανάλωσης. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, τα έσοδα από δασμούς αντιστοιχούν συνήθως σε λιγότερο από το 2% των συνολικών δημοσίων εσόδων, γεγονός που καταδεικνύει τα όρια της αποτελεσματικότητάς τους.

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν δημιούργησε το δημοσιονομικό πρόβλημα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, αφαίρεσε ένα κρίσιμο — έστω και αμφιλεγόμενο — εργαλείο από την εξίσωση. Το αποτέλεσμα είναι μια επιτάχυνση της ήδη ανησυχητικής δυναμικής του χρέους, σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες και οι κοινωνικές υποχρεώσεις επιβαρύνουν περαιτέρω τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Η επόμενη δεκαετία θα κρίνει αν η Ουάσιγκτον μπορεί να αποκαταστήσει τη δημοσιονομική ισορροπία ή αν το αμερικανικό χρέος θα συνεχίσει να διογκώνεται, περιορίζοντας τα περιθώρια οικονομικής και πολιτικής ευελιξίας της ισχυρότερης οικονομίας του πλανήτη.

Πηγή: taNea.gr

κοινοποιήστε την ανάρτηση

Εγγραφείτε

spot_imgspot_img

Δημοφιλή

Περισσότερα σαν αυτό
Related