Η Ζιζέλ Πελικό δεν ζητάει ούτε συμπόνια ούτε θαυμασμό. Απλώς ανακτά την ιστορία της, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την υπόθεση «των βιασμών της Μαζάν». Ξεφεύγει έτσι από όλους. Και από εκείνον που προσπάθησε να την υποτάξει, τον πρώτο άνδρα της ζωής της, τον σύζυγό της και πατέρα των παιδιών της, τον Ντομινίκ Πελικό.
Και από τους 50 άνδρες που αυτός κάλεσε στο σπίτι τους, στην κρεβατοκάμαρά τους, να βιάσουν το αναίσθητο κορμί της, αφού πρώτα διέλυε μέσα στο βραδινό της ένα ισχυρό αγχολυτικό. Και από εκείνους που εξέτασαν την υπόθεση μέσα από τις δικές τους προβολές, παρουσιάζοντάς την ως ηρωίδα ή περιορίζοντάς την στη θέση της «γυναίκας-θύματος». «Δεν αναγνώριζα τη ζωή μου στην περίληψη που έκαναν άλλοι. Είχα υπάρξει ευτυχισμένη, το ήξερα. Δεν ήμουν μόνο θύμα».
Η Ζιζέλ Πελικό το επαναλαμβάνει ξανά και ξανά: θύμα είναι «νομικά, αλλά όχι απέναντι στη ζωή». Το βιβλίο που έγραψε, από κοινού με τη γαλλίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Ζουντίτ Περινιόν, είναι, ακριβώς, η απάντησή της σε όλους όσοι αναρωτιόντουσαν γιατί φαίνεται σαν να «μην έχει πληγωθεί αρκετά, να μην είναι αρκετά εκδικητική, να μην είναι αρκετά θυμωμένη».
Για αυτό διάλεξε αυτόν τον τίτλο στο πρωτότυπο, που αναμένεται να κυκλοφορήσει στη Γαλλία από τις εκδόσεις Flammarion στις 17 Φεβρουαρίου και μαζί ή σχεδόν, σε 22 ακόμα γλώσσες, ανάμεσά τους και τα ελληνικά, από τις εκδόσεις Ψυχογιός: «Et la joie de vivre». «Και η χαρά της ζωής». Ενας ύμνος στη ζωή από μια γυναίκα που κατάφερε, αποφασίζοντας να μη διεξαχθεί η δίκη του Πελικό και των υπόλοιπων κεκλεισμένων των θυρών, να «αλλάξει η ντροπή στρατόπεδο», και να της λένε «ευχαριστούμε!» ακόμα και ηγέτες ξένων χωρών.
Η 73χρονη Ζιζέλ Πελικό δεν είναι πια μόνη. Εχει σύντροφο και ζωντανές στη μνήμη τις μορφές όλων αυτών των ανώνυμων γυναικών που την περίμεναν κάθε μέρα για να την ευχαριστήσουν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου. Λέει πως της μένει ένα τελευταίο βήμα ώστε να κλείσει οριστικά την πόρτα του παρελθόντος. Θα επισκεφθεί τον Ντομινίκ Πελικό στη φυλακή. «Χρειάζομαι απαντήσεις, μου τις χρωστάει. Θα μιλήσω σε εκείνον που πίστεψα ότι παντρευόμουν. Αν είναι ακόμα εκεί, θα μου απαντήσει. Οπως και να έχει, θα προχωρήσω. Αυτή η επίσκεψη δεν θα είναι δώρο, ούτε αδυναμία, θα είναι ένα αντίο». Ακολουθούν τρία μικρά αποσπάσματα από την προδημοσίευση του βιβλίου της στη γαλλική «Le Monde».
Απόσπασμα πρώτο
Ο αστυνομικός ξεστόμισε έναν αριθμό. Πενήντα τρεις άνδρες είχαν έρθει, λέει, στο σπίτι μας για να με βιάσουν.
Ζήτησα νερό.
Το στόμα μου είχε παραλύσει.
Μια ψυχολόγος μπήκε στο γραφείο. Μια νεαρή γυναίκα.
Είμαι μακριά, παρότι βρισκόμαστε στο ίδιο δωμάτιο. Δεν τη χρειάζομαι. Είμαι βέβαιη για την ευτυχία μου, για την ευτυχία μας. Σχεδόν πενήντα χρόνια γάμου και η εικόνα της πρώτης μας συνάντησης παραμένει καθαρή. Το χαμόγελό του. Το ντροπαλό του βλέμμα. Τα μακριά, σγουρά μαλλιά του που έπεφταν ως τους ώμους. Το μπλε του πουλόβερ. Θα με αγαπούσε.
Ο εγκέφαλός μου σταμάτησε μέσα στο γραφείο του υπαρχιφύλακα Περέ.
Απόσπασμα δεύτερο
Οταν ξαναφέρνω σήμερα στον νου μου τη στιγμή που πήρα την απόφασή μου, σκέφτομαι πως αν ήμουν είκοσι χρόνια νεότερη, ίσως να μην είχα τολμήσει να αρνηθώ τη δίκη κεκλεισμένων των θυρών. Θα είχα φοβηθεί τα βλέμματα, αυτά τα καταραμένα βλέμματα με τα οποία μια γυναίκα της γενιάς μου έμαθε να ζει, αυτά τα καταραμένα βλέμματα που σε κάνουν να διστάζεις το πρωί ανάμεσα στο παντελόνι και στο φόρεμα, που άλλοτε σε ακολουθούν κι άλλοτε σε προσπερνούν, που σε κολακεύουν και ταυτόχρονα σου προκαλούν αμηχανία, αυτά τα καταραμένα βλέμματα που υποτίθεται ότι λένε ποια είσαι, πόσο αξίζεις, και που σε εγκαταλείπουν μόλις αρχίσεις να γερνάς. Σε αυτήν ακριβώς τη χορδή πατούσε ο Ντομινίκ όταν μου έλεγε πως θα έπρεπε να χαίρομαι που ο άντρας μου με ποθούσε ακόμη και με φωτογράφιζε ενώ έβγαινα από το μπάνιο. Ημουν, χωρίς αμφιβολία, κάπως ευάλωτη σε αυτό. Είναι ανόητο, αλλά έτσι ήμασταν φτιαγμένες, ανήκαμε σε μια γενιά πιο ελεύθερη, με γυναίκες πιο αυτόνομες που όμως πάντα φοβούνταν μήπως τις εγκαταλείψουν ή ένιωθαν την ανάγκη να τις σώσουν. Ισως λοιπόν η ντροπή να φεύγει πιο εύκολα όταν είσαι εβδομήντα χρονών και κανείς πια δεν σου δίνει σημασία. Δεν ξέρω. Δεν φοβόμουν ούτε τις ρυτίδες μου ούτε το σώμα μου. Αγαπούσα τον Ζαν-Λου, κι εκείνος μ’ αγαπούσε. Και η ευτυχία μου έπαιξε κι αυτή τον ρόλο της.
Απόσπασμα τρίτο
Θυμάμαι εκείνη τη νεαρή γυναίκα που είδα να κλαίει, καθώς έφευγα από το δικαστήριο, δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι πέντε, ψιθύρισε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να δείξει το δικό μου θάρρος, σταμάτησα, έπρεπε να της πω κάτι. Ευτυχώς δεν υπήρχαν γύρω κάμερες ή μικρόφωνα, την πλησίασα λοιπόν, της είπα να μην κλαίει γιατί θα έβαζα κι εγώ τα κλάματα κι έπρεπε να φανώ δυνατή. Και σκούπισα τα δάκρυά της με τα δάχτυλά μου. Είχα κι εκείνη στον νου μου, τον φόβο της, τα νιάτα της, όταν μίλησα ενώπιον του δικαστηρίου στα μισά της δίκης. Είχα ετοιμάσει μερικές σημειώσεις, λέξεις που χρησιμοποιούσα για πρώτη φορά στη ζωή μου: «Με ευχαριστούν κάθε μέρα για το θάρρος μου, θέλω να τους πω, δεν είναι θάρρος αλλά θέληση και αποφασιστικότητα να αλλάξουμε αυτή την πατριαρχική και μισογυνική κοινωνία».
Αυτές τις φράσεις, ποτέ πριν δεν θα τις είχα ξεστομίσει.

