Μιλήσαμε με την Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, καθηγήτρια εγκληματολογίας με εξειδίκευση στην ψηφιακή βία και το ηλεκτρονικό τραύμα. Μέσα από τη δουλειά της έρχεται καθημερινά σε επαφή με περιστατικά διαδικτυακού εκφοβισμού, κακοποίησης και σοβαρής ψυχολογικής επιβάρυνσης ανηλίκων — φαινόμενα που πλέον συνδέονται άμεσα με τη χρήση των social media.
Την ώρα που άλλες χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε απαγόρευση των social media για παιδιά κάτω των 16 ετών, το ίδιο θέμα ανοίγει δυναμικά και στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα. Είναι όμως αυτή η απαγόρευση μια ουσιαστική λύση ή απλώς ένα μέτρο ανάγκης;
Συμφωνείτε με την απαγόρευση των social media για παιδιά κάτω των 16 ετών;
Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι πρόκειται για ένα μέτρο που μετατοπίζει το πρόβλημα, δεν το λύνει. Πρώτον, τίθεται ζήτημα εφαρμογής: για να λειτουργήσει η απαγόρευση, απαιτείται επαλήθευση ηλικίας, άρα συλλογή προσωπικών δεδομένων, κάτι που δημιουργεί σοβαρά θέματα ιδιωτικότητας.
Δεύτερον, τα παιδιά που έχουν γεννηθεί μέσα στην τεχνολογία ξέρουν πολύ καλά πώς να παρακάμπτουν ελέγχους, αν το θελήσουν.
Τι είναι αυτό που σας ανησυχεί περισσότερο σήμερα στα παιδιά και τους εφήβους;
Μιλάμε για γενιές που μεγαλώνουν μπροστά από μια οθόνη, από ένα τάμπλετ. Αυτό έχει τεράστιο αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο αργότερα μπορούν να ανταπεξέλθουν στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Πολλά από τα φαινόμενα που βλέπουμε σήμερα, είτε μιλάμε για νεανική παραβατικότητα είτε για αποκλίνουσες συμπεριφορές, συνδέονται άμεσα με την ανατροφή των παιδιών και με το πώς εισέβαλε η τεχνολογία στη ζωή τους — χωρίς όμως να υπάρχει αντίστοιχη εκπαίδευση ούτε για τα παιδιά ούτε για τους γονείς.
Υπάρχουν συμπεριφορές στα social media που οι γονείς θεωρούν αθώες, αλλά στην πραγματικότητα είναι επικίνδυνες;
Ο γονέας σήμερα δεν μπορεί να γνωρίζει πραγματικά πώς συμπεριφέρεται το παιδί του όταν βρίσκεται online. Το διαδίκτυο είναι ένας απέραντος και διαρκώς εξελισσόμενος χώρος. Εκτός από το πλαίσιο ανατροφής που δίνει ένας γονέας, καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι ίδιες οι πλατφόρμες, οι οποίες συχνά κανονικοποιούν επικίνδυνες συμπεριφορές.
Αν σας ρωτούσε ένας γονιός αν πρέπει να επιτρέψει σε ένα παιδί 13 ή 14 ετών να έχει social media, τι θα του απαντούσατε;
Εξαρτάται από το παιδί. Η ηλικία είναι μόνο ένας βιολογικός δείκτης. Μπορεί να έχουμε ένα παιδί 16 ετών χωρίς την αντίστοιχη συναισθηματική ωριμότητα, αλλά και ένα παιδί μικρότερης ηλικίας που να μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα καταστάσεις. Το σίγουρο είναι ότι όσο μιλάμε για μικρότερες ηλικίες, ο εγκέφαλος βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερα εύπλαστο αναπτυξιακό στάδιο και δεν μπορεί να διαχειριστεί εύκολα τον τραυματικό αντίκτυπο. Άρα χρειάζονται σαφή όρια — όχι μόνο στη χρήση, αλλά από τις ίδιες τις απαρχές της επαφής με την τεχνολογία.
Υπάρχει ο κίνδυνος να στραφούν σε κρυφούς λογαριασμούς ή πιο σκοτεινές πλατφόρμες;
Ακριβώς. Κανείς δεν μπορεί να μας πει υπεύθυνα πού θα μετακινηθούν αυτά τα παιδιά. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποκλειστούν από τις γνωστές πλατφόρμες και να καταλήξουν σε μη ελεγχόμενους, πολύ πιο επικίνδυνους ψηφιακούς χώρους.
Ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους γονείς και στους ίδιους τους εφήβους;
Χρησιμοποιώ πάντα ένα απλό παράδειγμα: Αφήνετε το παιδί σας να τρώει φαστ φουντ; Και η απάντηση συνήθως είναι: «Ε, μία στο τόσο». Το ίδιο πρέπει να ισχύει και με το ψηφιακό περιεχόμενο. Να αλλάξουμε σταδιακά το τοπίο, να αντικαταστήσουμε το σαθρό περιεχόμενο με πιο ποιοτικό. Να επενδύσουμε στην ενσυναίσθηση και στην εκπαίδευση του παιδιού ως ψηφιακού πολίτη. Να καταλάβει ποιες είναι οι συνέπειες των πράξεών του και ποιος είναι ο αντίκτυπός τους — όχι μόνο στο θύμα, αλλά και στο ίδιο.
Γιατί αυτό που σήμερα ορίζεται ως «πλάκα» στο διαδίκτυο, λόγω του ψηφιακού ίχνους, μπορεί να το ακολουθεί για όλη του τη ζωή. Η σωστή ενημέρωση από αξιόπιστες πηγές θέλει χρόνο, αλλά μόνο έτσι αλλάζουν πραγματικά οι κακές συνήθειες και μόνο έτσι βλέπουμε ουσιαστικό αποτέλεσμα.

