13.6 C
Thessaloniki

Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης ;

Ημερομηνία:

Την ελληνική γλώσσα μην την κλαις

Του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη

Οταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατέλαβε το 328 π.Χ. τα Μαράκανδα της Σογδιανής, μια κομβικής σημασίας πόλη στο στρατηγικό «Δρόμο του μεταξιού», μεταφέροντας τον ελληνικό πολιτισμό στα βάθη της Ασίας, κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι 2.353 χρόνια αργότερα, στην ίδια πόλη του σημερινού Ουζμπεκιστάν, με την ονομασία Σαμαρκάνδη (Samarkand), η Unesco, οργανώνοντας πρώτη φορά εκτός έδρας την 43η Γενική Διάσκεψη (Νοέμβριος 2025), θα καθιέρωνε ομόφωνα την 9η Φεβρουαρίου ως Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας.

Δεν συμμερίζομαι τον άκρατο ενθουσιασμό που εξέφρασαν πολλοί φυσικοί ομιλητές για τη διεθνή καταξίωση της γλώσσας μας για το λόγο ότι η αρχική πρόταση δεν ήταν ομόφωνη. Την προσυπέγραψαν μόνο 90 από τα 194 τακτικά μέλη του Οργανισμού αυτού των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και τον Πολιτισμό. Δεν ξέρω πόσοι πρόσεξαν ότι το τελικό σκεπτικό της ανακήρυξης (https://unesdoc.unesco.org/ark:/48223/pf0000394859_eng), δεν είναι ακριβές: Greek, one of the oldest languages in the world, is considered the linguistic cradle of fundamental concepts which have marked the history of culture, science and philosophy. «Η ελληνική γλώσσα, μία από τις αρχαιότερες γλώσσες του κόσμου, θεωρείται η γλωσσική κοιτίδα θεμελιωδών εννοιών που έχουν σημαδέψει την ιστορία του πολιτισμού, της επιστήμης και της φιλοσοφίας». Η φιλοσοφία, δημιούργημα των Ελλήνων, είναι η μητέρα των επιστημών.

Αν η ελληνική γλώσσα ήταν απλώς «μία από τις αρχαιότερες γλώσσες του κόσμου», η ελληνική Πολιτεία δεν θα προέβαινε σε καμιά ενέργεια που θα παρέπεμπε σε προνομιακή μεταχείριση. Η ελληνική γλώσσα, η αρχαιότερη της Ευρώπης, είναι μοναδική στον κόσμο γιατί γράφεται αδιάκοπα περίπου επί τρεις χιλιάδες πεντακόσια χρόνια. Αυτό το τόνισε εμφατικά η αρμόδια ελληνική αντιπροσωπεία. Έχει το μοναδικό προνόμιο να είναι η καλύτερα τεκμηριωμένη γλώσσα στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Ακολουθούν, διακόσια πενήντα χρόνια αργότερα (1200 π.Χ.), οι μαντικές επιγραφές σε όστρακα χελώνας και σε οστά ζώων της κινεζικής δυναστείας των Σανγκ.

Στην ίδια προτασιακή δομή η γλώσσα μας αδικείται: Η επιλογή της έκφρασης is considered (γαλλ. est considéré), «θεωρείται», παραπέμπει σε υποκειμενική εκτίμηση, ενώ πρόκειται για αντικειμενική διαπίστωση. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς κειμενογλωσσολόγος για να καταλάβει τις σκοπιμότητες που κρύβει συχνά η διπλωματική γλώσσα των διεθνών οργανισμών. Αφήνω ασχολίαστη την προσθήκη: «Η ανακήρυξη της παγκόσμιας ημέρας της ελληνικής γλώσσας δεν θα έχει οικονομικές επιπτώσεις για την Unesco. Οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τον εορτασμό της θα αναληφθούν από την Ελλάδα».

Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι η Ελληνική Πολιτεία επιβάλλεται να οργανώσει σε μακροπρόθεσμη βάση τη γλωσσική, την εκπαιδευτική και την πολιτιστική της πολιτική. Αισιόδοξα μηνύματα εκπέμπουν, σεμνά και αθόρυβα, δύο επίσημοι κρατικοί φορείς: Η Ακαδημία Αθηνών, η οποία εκπροσωπεί την Αριστεία, διαθέτει δύο σπουδαία ερευνητικά κέντρα για την ελληνική γλώσσα και τις γεωγραφικές ποικιλίες της. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης εκατονταετίας από την ίδρυσή της (1926-2026), σχεδιάζει δράσεις με μακρόπνοη προοπτική. Το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας αποτελεί το δεύτερο μεγάλο πυλώνα για την έρευνα, διδασκαλία, πιστοποίηση, προβολή και διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Η συνεργασία των δύο φορέων είναι άψογη, με πρωτεργάτες τον Γενικό Γραμματέα της Ακαδημίας Αθηνών Αντώνιο Ρεγκάκο και τον Πρόεδρο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, επίσης Ακαδημαϊκό, Θεόδωρο Παπαγγελή. Δεν περιμένουν την 9η Φεβρουαρίου για να εξυμνήσουν τη γλώσσα μας, με αχρείαστο ρητορικό στόμφο, όπως συνηθίζουν ορισμένοι.

Η γλωσσική κινδυνολογία, γνωστή από τα πανάρχαια χρόνια σε διάφορους λαούς και πολιτισμούς, αποτελεί προσφιλές κοινωνικό στερεότυπο. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα επιφέρει δραματικές αλλαγές στη νεοελληνική γλώσσα, με εξαίρεση την ομογενοποίηση του ύφους. Οι συνέπειες της περαιτέρω ισχυροποίησης της Αγγλοαμερικανικής είναι αναμενόμενη για όλες σχεδόν τις γλώσσες, οι οποίες θα υποστούν λειτουργική συρρίκνωση, ιδίως στα νέα ραγδαίως εξελισσόμενα ερευνητικά πεδία. Η δική μας απάντηση πρέπει να εδράζεται στη συστηματικότερη προώθηση της γλωσσικής τεχνολογίας.

«Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις», διακηρύσσει ο μοναδικός Γιάννης Ρίτσος, σε μια δραματοποιημένη εκδοχή, τη δύναμη της οποίας πολλαπλασιάζει η μουσική ιδιοφυΐα του Μίκη Θεοδωράκη. Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική γλώσσα. Αν χρειαστεί, σίγουρα «θα καμακώσει το θεριό με το καμάκι του ήλιου».

Ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ

«Δεν διευκρινίζεται ποτέ τι φοβόμαστε ότι θα πάθει η γλώσσα»

Του Γιώργου Παπαναστασίου

Εδώ και αρκετό καιρό προσπαθούμε όλοι μας να εισέλθουμε στον κόσμο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ειδικά μάλιστα από τη στιγμή που εφαρμογές οι οποίες βασίζονται σε αυτή κυκλοφορούν πλέον ευρέως, είναι συχνή η αναρώτηση πόσο θα επηρεάσει το γεγονός αυτό την καθημερινότητά μας. Αλλά και γενικότερα τον πολιτισμό μας: την επιστήμη, την πολιτική, την οικονομία, την εκπαίδευση, το δίκαιο, τις ανθρώπινες σχέσεις, τη γλώσσα…

Ως προς την επίδραση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε πολλά από τα πεδία αυτά είναι έκδηλη τουλάχιστον μια δυσπιστία, αν όχι ένας ακαθόριστος φόβος. Κινδυνεύει ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε από την Τεχνητή Νοημοσύνη; Και ποιοι μπορεί να είναι οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η χρήση της, πέρα από τα προφανή οφέλη της;

Αφήνοντας τις απαντήσεις στα γενικότερα αυτά ερωτήματα στους πιο ειδικούς, ας επικεντρωθούμε στη γλώσσα. Η κινδυνολογία για την ελληνική γλώσα δεν είναι ούτε κάτι πρωτάκουστο ούτε κάτι σπάνιο. Υπενθυμίζω ότι κινδύνους για τη γλώσσα έχουν κατά καιρούς αποτελέσει: η δημοτική, το μονοτονικό, οι γραφές «αβγό», «αφτί» και «τρένο», η αγγλική, οι υπολογιστές, τα γκρίκλις, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και σίγουρα ξεχνάω πολλά. Σχεδόν ποτέ δεν διευκρινίζεται ΤΙ φοβόμαστε ότι θα πάθει η ελληνική (αλλά και γενικότερα η γλώσσα;) από καθέναν από αυτούς τους ύπουλους εχθρούς. Κάποτε τα πράγματα γίνονται πιο συγκεκριμένα: η ελληνική θα φθαρεί – φθείρεται ήδη –, καταστρέφεται, και μια τέτοια πορεία οδηγεί στην εξαφάνιση.

Μπορούμε, ωστόσο, να είμαστε βέβαιοι ότι μια γλώσσα που μιλιέται σήμερα από συμπαγείς πληθυσμούς σε δύο κράτη, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, όπου είναι επίσημη γλώσσα, γλώσσα της εκπαίδευσης και της διοίκησης δεν κινδυνεύει να εξαφανιστεί – τουλάχιστον μέσα στο ορατό μέλλον! Γλώσσες και, κυρίως, διάλεκτοι που εξαφανίζονται χρόνο με τον χρόνο στον κόσμο δεν είναι επίσημες, συνεχώς καλλιεργούμενες και διδασκόμενες γλώσσες, όπως η ελληνική. Μήπως όμως ο κίνδυνος είναι ότι μπορεί να αλλάξει; Αυτό είναι το μόνο βέβαιο, αφού η αλλαγή είναι η μοίρα όλων των γλωσσών, αυτό που τις κάνει να παραμένουν ζωντανές, προσαρμοζόμενες σε νέες συνθήκες – αλλιώς θα είχαν προ πολλού πεθάνει. Μήπως όμως αλλάξει ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ υπό την επίδραση μιας γλώσσας που εμφανίζεται ως η κυρίαρχη στον κόσμο σήμερα – και εννοούμε βέβαια την αγγλική; Η υιοθέτηση αγγλικών στοιχείων σήμερα μήπως έχει φτάσει σε έναν βαθμό που γίνεται επικίνδυνη;

Η αλήθεια είναι ότι «μέτρο» αλλαγής δεν έχουμε. Ούτε «ποσότητα» αλλαγών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «επιτρεπτές», πάνω από τις οποίες θα βάζαμε τους εαυτούς μας σε επιφυλακή. Δύο σημεία μπορεί κανείς να επισημάνει εδώ: Το πρώτο που θα πρέπει να προσέξουμε είναι ο μιμητισμός. Είναι άλλο πράγμα ο δανεισμός ξένων στοιχείων σε μια γλώσσα – φαινόμενο παγκόσμιο και αναπόφευκτο –, και άλλο πράγμα η επιτηδευμένη μείξη στοιχείων της αγγλικής στη νέα ελληνική. Το δεύτερο είναι η εκχώρηση περιοχών χρήσης της γλώσσας σε άλλες γλώσσες. Πολλοί συνηθίζουμε σήμερα να γράφουμε τις επιστημονικές μας δημοσιεύσεις στα αγγλικά, για ευνόητους λόγους. Η καλλιέργεια όμως του επιστημονικού λόγου και στην ελληνική είναι και αυτή μια υποχρέωση των επιστημόνων κάθε πεδίου.

Ειδικότερα για την Τεχνητή Νοημοσύνη, μην ξεχνάμε ότι είναι (και) ένας μηχανισμός παραγωγής κειμένων. Για να δημιουργήσει ελληνικό λόγο, προφανώς αξιοποιεί τον υπάρχοντα. Αλλά ας δούμε τι απαντάει η ίδια η Τεχνητή Νοημοσύνη στο ερώτημα αν η ελληνική κινδυνεύει από τη χρήση της: «Η ελληνική δεν κινδυνεύει από την ΤΝ. Κινδυνεύει μόνο αν πάψουμε εμείς να τη φροντίζουμε».

Ο Γιώργος Παπαναστασίου είναι καθηγητής Ιστορικής Γλωσσολογίας στο ΑΠΘ, διευθυντής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών

«Η Τεχνητή Νοημοσύνη βρίσκει απαντήσεις, τα ελληνικά θέτουν ερωτήσεις»

Της Αντρέα Μαρκολόνγκο

Κινδυνεύει η ελληνική γλώσσα την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης; Η σύντομη απάντηση είναι όχι. Η μεγαλύτερη είναι πιο ανησυχητική. Είμαι συγγραφέας και ελληνίστρια. Ζω καθημερινά με μια γλώσσα επισήμως «νεκρή», κι όμως πεισματικά ζωντανή: τα αρχαία ελληνικά. Τα μεταφράζω, τα διδάσκω, γράφω μέσα από αυτά και –ίσως το σημαντικότερο– τα αφουγκράζομαι. Τα τελευταία χρόνια με ρωτούν όντως συχνά αν η τεχνητή νοημοσύνη, με την εντυπωσιακή της ικανότητα να μεταφράζει γρήγορα και με ευχέρεια, απειλεί γλώσσες όπως η ελληνική, η επιβίωση των οποίων μοιάζει να εξαρτάται από τη βραδύτητα, τη συνθετότητα και την προσήλωση.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη μεταφράζει τα ελληνικά με αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα. Παράγει άρτιες προτάσεις σε επίπεδο γραμματικής, αναγνωρίζει συντακτικές δομές, δίνει λύσεις σε κάποιες αμφισημίες με στατιστική κομψότητα. Για πολλούς αναγνώστες αυτό μοιάζει απελευθερωτικό: πρόσβαση χωρίς κόπο, νόημα χωρίς αναμονή. Εδώ όμως κρύβεται η πρώτη παρανόηση. Η ελληνική δεν υπήρξε ποτέ γλώσσα της πρόσβασης· είναι γλώσσα της αντίστασης.

Τα αρχαία ελληνικά δεν παραδίδουν εύκολα το νόημα, γιατί δεν αντιλαμβάνονται το νόημα ως κάτι άμεσο. Τα ρήματά τους εκφέρονται σε όψεις (σ.σ.: ποιον ενέργειας) και όχι σε χρόνους· οι πτώσεις τους δένουν τη σκέψη με την κίνηση και τη σχέση· το λεξιλόγιό τους αρνείται την απόλυτη αντιστοιχία. Μια ελληνική λέξη δεν «σημαίνει» απλώς κάτι· ανοίγει ένα πεδίο δυνατοτήτων. Η μετάφραση, λοιπόν, δεν είναι μεταφορά αλλά επιλογή – συχνά απώλεια, κάποιες φορές στοίχημα.

Η τεχνητή νοημοσύνη διαπρέπει στην αντιστοιχία. Η ελληνική ζει μέσα από την πληθώρα των ερμηνειών. Όταν μεταφράζω ελληνικά, δεν μετατρέπω απλώς μια πρόταση σε μια άλλη γλώσσα. Αποφασίζω ποια σιωπή θα διασώσω, ποια αμφισημία θα προδώσω, ποιον ρυθμό θα σώσω εις βάρος της ακρίβειας. Η μετάφραση δεν είναι ταχύτητα· είναι ευθύνη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει μια απάντηση, αλλά δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη της. Δεν διστάζει. Δεν αμφιβάλλει. Δεν αισθάνεται το βάρος όσων διακυβεύονται όταν επιλέγεις μια λέξη αντί μιας άλλης.

Κινδυνεύει η ελληνική από αυτή την ευκολία; Γλωσσικά, όχι. Πολιτισμικά, ίσως. Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι να εξαφανιστεί η ελληνική, αλλά να καταναλωθεί ως περιεχόμενο αντί να την ανακαλύψουμε ως σκέψη. Αν η ελληνική γίνει κάτι που «καταλαβαίνει» κανείς αμέσως, χωρίς ένταση, χωρίς σφάλμα, χωρίς χρονοτριβή, τότε χάνουμε ακριβώς αυτό που την καθιστά ελληνική: την ικανότητά της να μας κόβει τη φόρα, να μας αποξενώνει από τις ίδιες μας τις βεβαιότητες, να μας θυμίζει ότι η γλώσσα δεν είναι εργαλείο αλλά τρόπος ζωής.

Ως συγγραφέας επιστρέφω συχνά στα ελληνικά όχι για να βρω απαντήσεις, αλλά για να ξαναμάθω πώς να θέτω ερωτήματα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι εξαιρετική στο να απαντά. Η ελληνική, αντίθετα, μας διδάσκει πώς να παραμένουμε ανήσυχοι. Και αυτό δεν είναι αδυναμία που χρειάζεται διόρθωση από την τεχνολογία· είναι πειθαρχία που χρειάζεται προστασία. Η ελληνική δεν κινδυνεύει από την τεχνητή νοημοσύνη. Ίσως όμως κινδυνεύουμε εμείς να ξεχάσουμε γιατί τη χρειαζόμασταν εξαρχής.

Η Αντρέα Μαρκολόνγκο είναι ελληνίστρια, συγγραφέας του βιβλίου «Η υπέροχη γλώσσα: 9 λόγοι για να αγαπήσεις τα αρχαία ελληνικά» (εκδ. Πατάκη)

Πηγή: taNea.gr

κοινοποιήστε την ανάρτηση

Εγγραφείτε

spot_imgspot_img

Δημοφιλή

Περισσότερα σαν αυτό
Related

Μιλάνο: Επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας κοντά στο Ολυμπιακό Χωριό

Συγκρούσεις ανάμεσα στις δυνάμεις της αστυνομίας με τους διαδηλωτές...

Πορτογαλία: Ένας πυροσβέστης νεκρός από τις πλημμύρες – Νέες ισχυρές βροχοπτώσεις και στην Ισπανία

Ένας πορτογάλος πυροσβέστης έχασε σήμερα Σάββατο (07/02) τη ζωή...