Αν ξεκινήσεις από τα σύνορα του Αφγανιστάν με προορισμό τα μικρασιατικά παράλια, πρέπει να διασχίσεις 4.000 χιλιόμετρα. Θα ταξιδέψεις από το βόρειο Ιράν και στη συνέχεια, αφού περάσεις στην Τουρκία, θα πας από τη μία άκρη της χώρας ως την άλλη. Το ταξίδι μπορεί να τραβήξει μήνες. Και το κόστος του συχνά πληρώνεται με μία ζωή.
Αυτοί, λοιπόν, που δραπετεύουν από το καθεστώς των Ταλιμπάν, φεύγουν χωρίς χαρτιά. Κινούνται τη νύχτα στα κακοτράχαλα μονοπάτια των βουνών. Κοιμούνται σε σπηλιές ή αγκαλιασμένοι στο χώμα. Περνούν στο Ιράν από απόκρημνα περάσματα και εκεί αναζητούν τη βοήθεια άλλων συμπατριωτών τους. Είναι εκατομμύρια οι Αφγανοί που ζουν, νομίμως ή λάθρα, στο Ιράν. Ψάχνουν καμιά δουλειά στα χωράφια, έστω κάτι που να εξασφαλίζει φαγητό.
Στον κόρφο τους φυλάνε τα χρήματα, περίπου 3.000 δολάρια, για τον διακινητή που θα τους περάσει στην Ευρώπη. Τα μάζεψαν πουλώντας χωράφια, κοσμήματα, ακόμα και ρούχα. Κάποιοι τα συγκέντρωσαν από οικογενειακές εισφορές, όλο το σόι έβαλε το χέρι στην τσέπη για να βρει κανένα δολάριο. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ταξίδι είναι μια συλλογική επένδυση με ρίσκο. Ο άνθρωπος που φεύγει κουβαλά την προσδοκία ότι, αν τα καταφέρει, θα στηρίξει οικονομικά όσους έμειναν πίσω. Και, ποιος ξέρει, ίσως κάποια στιγμή να πιάσει την καλή και να πάρει και άλλους μαζί του στην Ευρώπη. Είναι ένα ταξίδι που ξεκινάει βουτηγμένο στα δάκρυα. Οικογένειες αποχαιρετούν τους ανθρώπους τους γνωρίζοντας ότι είναι πολύ πιθανό να μην τους ξαναδούν ποτέ. Φεύγοντας από το Ιράν, μπροστά τους απλώνεται η Τουρκία.
Θα φτάσουν στα σύνορα κρυμμένοι σε φορτηγά, με βαν ή και λεωφορεία. Οι Ιρανοί μόνο που δεν τους κουνάνε μαντίλι. Πριν απ’ τα σύνορα αποβιβάζονται από τα οχήματα. Κινούνται σε ομάδες, ακολουθώντας το τοπικό παρακλάδι του δικτύου διακίνησης. Οι Τούρκοι έχουν κατασκευάσει φράχτη στα σύνορα με το Ιράν. Αλλά η συνοριακή γραμμή είναι διάτρητη. Αν ξέρεις από πού να περάσεις, θα πατήσεις πόδι στην Τουρκία. Και μπροστά σου, εκεί που δύει ο ήλιος, είναι η σωτηρία. Από το ανατολικό άκρο της Τουρκίας ως το Αιγαίο, η απόσταση είναι 1.700 χιλιόμετρα. Δεν θα φτάσουν, φυσικά, όλοι. Κάποιοι θα κυνηγηθούν από τις τουρκικές αρχές ασφαλείας και θα επιστρέψουν στο Ιράν. Αλλοι θα συλληφθούν και αργότερα θα βρεθούν να τριγυρίζουν στην τουρκική ενδοχώρα αναζητώντας δουλειά στα χωράφια. Αλλωστε θα τους έχουν πάρει και το μασούρι με τα δολάρια. Και μένουν μόνοι, άστεγοι, άφραγκοι και πεινασμένοι σε μία μεγάλη, άγνωστη, αφιλόξενη χώρα.
Εκεί θα ρίξουν τη ζαριά για να δουν πού θα τους βγάλει η μοίρα τους. Αλλοι θα καταλήξουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης προσφύγων, οι πιο ευέλικτοι θα χωθούν σε κανένα χωριό για να γίνουν βοσκοί. Και όσοι έχουν ακόμα λεφτά στην τσέπη, πόδια και κουράγιο θα περιμένουν την ευκαιρία τους για να φτάσουν στα τουρκικά παράλια. Εκεί είναι που λένε ότι μια ανάσα έμεινε να πάρουν από τον βρώμικο αέρα. Μετά θα ανασάνουν ελευθερία. Και ας βρεθούν πίσω από συρματόπλεγμα. Αυτό που ξέρουν είναι ότι αρκεί να φτάσεις στην Ευρώπη. Μετά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα βρεις τον δρόμο σου. Παραδίδουν το μασούρι με τα δολάρια στον διακινητή. Και μπαίνουν στη βάρκα. Ποτέ ο θάνατος και η ελευθερία δεν ήταν τόσο κοντά. Ο κινητήρας παίρνει μπροστά. Είναι νύχτα, φυσάει, κάνει κρύο, αλλά έχουν περάσει και χειρότερα στα βουνά του Ιράν.
Η νέα τραγωδία, που και πάλι δεν κατέγραψε η κάμερα του Λιμενικού, έστειλε 15 ανθρώπους να πεθάνουν στα νερά του Αιγαίου. Ανάμεσα στους διασωθέντες ήταν και δύο γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Εχασαν τα παιδιά. Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κάνει μία έγκυο γυναίκα να ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα, να βαδίσει και να κοιμηθεί στα βουνά, για να καταλήξει μέσα σε μία βάρκα στο Αιγαίο. Οσο και αν αναρωτηθώ, δεν θα βρω απάντηση. Και να την έβρισκα δεν θα μπορούσα να την καταλάβω. Διαβάζω σχόλια συμπατριωτών μας για αυτήν την τραγωδία που δεν έχει ονόματα, ούτε ιστορίες και, συνεπώς, θα ξεχαστεί άμεσα. «Ας πρόσεχαν», γράφουν. Και θα ήθελα, αν μπορούσα, να βουτήξω έναν από αυτούς. Να τον πάρω από τον καναπέ του και να τον αφήσω στα σύνορα Αφγανιστάν – Ιράν. «Και τώρα περπάτα, κουφάλα».

