Ο έρωτας των νέων (και όχι μόνο) και το πάθος που τον συνοδεύει εκφράζονταν παραδοσιακά μέσα από «στιγμιότυπα» φυσικής επαφής – από το φλερτ μέχρι το σεξ. Ωστόσο, στην εποχή του Ιντερνετ, των κοινωνικών μέσων και της τεχνητής νοημοσύνης, τείνει να πάρει μια διαφορετική μορφή, πιο ντροπαλή και «ασφαλή», βρίσκοντας τρόπο να κρυφτεί πίσω από οθόνες και απρόσωπα μηνύματα.
Η αλήθεια, μάλιστα, μοιάζει να είναι ακόμη πιο τρομακτική, με ολοένα περισσότερους δρόμους να οδηγούν σε έναν μεταμοντέρνο ψηφιακό κόσμο του έρωτα και του σεξ. Εκεί όπου η διάδραση δεν περιορίζεται στο διαδικτυακό φλερτ και στις εφαρμογές γνωριμιών, αλλά περιλαμβάνει την ανάπτυξη ερωτικών και σεξουαλικών σχέσεων με ένα chatbot ή ακόμη και τον οργασμό με τη βοήθεια εργαλείων εικονικής πραγματικότητας – καθώς τα τεχνητά «βοηθήματα» αντιμετωπίζονται από ολοένα περισσότερους ως παλιομοδίτικα.
Πώς ερωτεύεται, λοιπόν, στις μέρες μας μια ολόκληρη γενιά, η αποκαλούμενη γενιά Ζ, μέσα στο χάος της διαδικτυακής κοινωνικοποίησης; Πώς βιώνει το πιο συγκλονιστικό και ανατρεπτικό συναίσθημα στη ζωή κάθε ανθρώπου;
Με τι μοιάζει αυτή η εποχή της «ύφεσης» στο σεξ και τις ανθρώπινες σχέσεις; Με φόντο αυτά τα ερωτήματα, όπως και πολλά ακόμη, έξι νέοι μιλούν στα «ΝΕΑ» για τον έρωτα, τη σχέση τους με τις εφαρμογές dating (ραντεβού) και εξηγούν τι άλλαξε. Κοινό σημείο είναι η συλλογική λειτουργία μιας γενιάς στην οποία όλοι (ή σχεδόν όλοι) βασίζονται στον διαδικτυακό κόσμο που έχουν «χτίσει», ακόμη και σε ό,τι αφορά τον έρωτα.
Για τον 25χρονο Αντρέα, μεταπτυχιακό φοιτητή, η εποχή αυτή του στέρησε πολλά, αλλά του έδωσε άλλα τόσα. «Για κάθε άνθρωπο ο έρωτας είναι κάτι διαφορετικό, ωστόσο στην εποχή των κοινωνικών μέσων και του Ιντερνετ έχει πάρει άλλες διαστάσεις. Εγώ που πρόλαβα να ζήσω τη ραγδαία εξέλιξη αυτών των μέσων μπορώ να πω ότι έχουν διαμορφώσει την dating σκηνή και με θετικό και με αρνητικό πρόσημο. Πάντως, αυτό που έχει χαθεί είναι ένα μεγάλο κομμάτι της διά ζώσης ερωτικής ζωής και εξ ολοκλήρου του φλερτ και της διαδικασίας που το συνοδεύει».
Ο Αντρέας θεωρεί πως το Διαδίκτυο και η κοινωνικοποίηση μέσω αυτού δεν είναι «άσπρα ή μαύρα». «Συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες μπορούν να εκφραστούν πιο εύκολα στα κοινωνικά μέσα. Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να αποτυπώσει τα χαρακτηριστικά του, δημιουργώντας έτσι ένα πλαίσιο συμπερίληψης, ωστόσο δεν παύει το διαδικτυακό dating να είναι πιο περιορισμένο σε συναισθήματα και εκφράσεις και σε πολλές περιπτώσεις να αντικαθιστά και την ίδια τη σεξουαλική πράξη», λέει. Ο ίδιος αναγνωρίζει πως, καλώς ή κακώς, η έννοια του ρομαντισμού έχει αλλάξει στη γενιά Ζ, φθίνοντας διαρκώς, ενώ οι νέοι επιλέγουν την ασφάλεια του «ιντερνετικού φαίνεσθαι».
Η Μαρία, φοιτήτρια 21 ετών, δεν βλέπει θετικά στοιχεία στον έρωτα μέσα από την οθόνη και δεν πιστεύει πως κάποιος μπορεί να βρει το άλλο του «μισό» εκεί. «Ενα μεγάλο ποσοστό της γενιάς Ζ προτιμά κάτι εφήμερο και όχι κάτι σοβαρό και μακροχρόνιο, και κρύβεται πίσω από την ασφάλεια της οθόνης και του διαδικτυακού του alter ego. Γενικά, στις μέρες μας ανθεί η κουλτούρα του “situationship” (μια ασαφής ερωτική σχέση η οποία στερείται επίσημης δέσμευσης) και των “hookup” (η κουλτούρα των εφήμερων σχέσεων), με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα άτομα να προσφεύγουν σε κάτι πρόσκαιρο, με σκοπό να καλύψουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες, παρά να κυνηγούν κάτι πιο σοβαρό και πιο συναισθηματικό», σημειώνει.
Για τη Μαρία, σε αυτό έχει συμβάλει καθοριστικά η ύπαρξη των εφαρμογών γνωριμιών, οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα να «αποκρύψουμε στοιχεία του χαρακτήρα μας που δεν θέλουμε να προβάλλουμε». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το διά ζώσης φλερτ να τους φαίνεται «ξένο σώμα», όπως αντίστοιχα και η ουσιαστική συναισθηματική επαφή.
Μια γενιά κολλημένη στην οθόνη
Από την πλευρά του, ο 20χρονος Σπύρος, φοιτητής, κάνει λόγο για «εικονικό έρωτα». «Στις μέρες μας ο ρομαντισμός έχει χαθεί, η από κοντά γνωριμία και το ραντεβού όπως τα γνωρίζαμε παλιά έχουν γίνει είδος υπό εξαφάνιση. Ως γενιά Ζ έχουμε μάθει να ζούμε μέσα από τα προφίλ μας στα κοινωνικά μέσα, βγάζοντας προς τα έξω μια εικόνα και έναν χαρακτήρα που δεν είναι εξ ολοκλήρου αληθινά.
Ετσι, δεν καταφέρνουμε να βγούμε από το κουκούλι μας και να γνωρίσουμε πραγματικά τους ανθρώπους που μας περικλείουν, και αυτό δεν ισχύει μόνο στον έρωτα, αλλά και σε όλες τις υπόλοιπες πτυχές της κοινωνικής μας ζωής. Υπό μία έννοια, ενώ η γενιά Ζ είναι διαρκώς προσκολλημένη στα κοινωνικά μέσα, καταλήγει να μην μπορεί να δημιουργήσει και να συντηρήσει πραγματικές κοινωνικές σχέσεις».
Για την 22χρονη Ιωάννα, εργαζόμενη, η γενιά της φοβάται να κοπιάσει για τον έρωτα, έστω και αν στην πραγματικότητα της «αρέσει το φλερτ». «Κατά βάση, αρνούμαστε να το κάνουμε κομμάτι της καθημερινότητάς μας και κρυβόμαστε πίσω από τις εφαρμογές και τον διαδικτυακό μας χαρακτήρα με τη δικαιολογία ότι δεν έχουμε χρόνο. Η ευκολία της οθόνης μάς έχει κάνει πιο ντροπαλούς». Η ίδια αναγνωρίζει τα οφέλη του φλερτ μέσα από εφαρμογές γνωριμιών καθώς, όπως λέει, «μια ουσιαστική σχέση θέλει χρόνο και κόπο, πράγματα που δεν μπορούμε πάντα να τα αφιερώσουμε». Παραδέχεται, ωστόσο, πως «η αξία του διά ζώσης φλερτ είναι πολύ μεγαλύτερη και μπορεί να μας προσφέρει κάτι το οποίο πραγματικά να αξίζει».
Η Χριστίνα, φοιτήτρια 20 ετών, θέτει ένα σοβαρό θέμα ασφάλειας, καθώς πολλές φορές άνθρωποι «πέφτουν» θύματα επιτήδειων που μπορούν να τους βλάψουν. «Αν έπρεπε να περιγράψω την dating σκηνή της γενιάς Ζ με μία λέξη, αυτή θα ήταν “χαοτική”. Πιστεύω ότι οι εφαρμογές γνωριμιών δεν είναι τόσο ασφαλείς, ειδικά σε περίπτωση hookup. Γενικότερα, οι γνωριμίες μέσω του Διαδικτύου θέλουν πολλή προσοχή και έχουμε δει επανειλημμένα ανθρώπους να γίνονται θύματα catfishing (διαδικτυακή απάτη κατά την οποία κάποιος παριστάνει κάποιον που δεν είναι)».
Ενα «κάστρο συναισθημάτων»
Τέλος, ο 21χρονος Αποστόλης, φοιτητής επίσης, θέτει μια διαφορετική διάσταση στις εφαρμογές γνωριμιών. Αντί να προτάξει την ευκολία που προσφέρουν, μιλάει για το κέρδος που «ανθεί» επάνω στην ανάγκη των ανθρώπων να βρουν το ταίρι τους. «Ενώ είμαι ντροπαλός ως άνθρωπος, δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ εφαρμογές γνωριμιών, παρότι θα μπορούσαν να μου προσφέρουν ευκολότερη επικοινωνία. Θεωρώ ότι οι εφαρμογές αυτές έχουν χτιστεί έτσι ώστε να πατήσουν επάνω στην ανάγκη κοινωνικοποίησης μιας γενιάς η οποία έζησε σε μικρή ηλικία την πανδημία και τις απανωτές καραντίνες, και να καταφέρουν να τη βάλουν να ξοδέψει χρήματα για να μπορεί να δημιουργεί ακόμα περισσότερες διαδικτυακές σχέσεις», λέει.
Η αλήθεια είναι πως τέτοιου είδους εφαρμογές, όπως το Tinder, το Grindr, το Bumble, το Hinge, μπορούν να χρησιμοποιηθούν με μεγαλύτερη επιτυχία στις επί πληρωμή επιλογές που παρέχουν στους χρήστες, οι οποίες μάλιστα πολλές φορές είναι «τσουχτερές», συγκρινόμενες με το εισόδημα ενός νέου.
«Εχω αρκετούς φίλους οι οποίοι χρησιμοποιούν τέτοιου είδους εφαρμογές και είναι λίγες οι φορές που κατάφεραν να κρατήσουν μια διαδικτυακή επαφή και να την “τραβήξουν” έξω από την οθόνη, στον πραγματικό κόσμο», παρατηρεί ο Αποστόλης. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι οι νέοι δεν φαίνεται να χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο σαν ερωτικό κόμβο, αλλά ως συμπλήρωμα επικοινωνίας στο «κάστρο συναισθημάτων» που έχουν χτίσει.
Eλευθερία, επιτήρηση και πολιτική του σώματος
Γνώμη της Σοφίας Αντωνιάδου
Η γενιά Ζ είναι η πρώτη που δεν «μπήκε» στο Διαδίκτυο· γεννήθηκε μέσα σε αυτό. Η σεξουαλικότητά της δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα από το σώμα, τις σχέσεις και τις επιθυμίες, αλλά και μέσα από οθόνες, αλγόριθμους και ψηφιακές κοινότητες. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη σεξουαλική της πραγματικότητα, χρειάζεται να τη «διαβάσουμε» ψυχοθεραπευτικά, κοινωνικά και πολιτικά – διαθεματικά. Ενα κρίσιμο σημείο είναι ότι δεν μιλάμε για ένα ομοιογενές «σώμα» νεαρών ατόμων. Το φύλο, η τάξη, η φυλή, η σεξουαλικότητα, η αναπηρία, το πολιτισμικό πλαίσιο, η πρόσβαση στην εκπαίδευση και την τεχνολογία, καθορίζουν διαφορετικές σεξουαλικές εμπειρίες. Η διαθεματικότητα δεν είναι θεωρητική πολυτέλεια· είναι ο μόνος συχνά τρόπος να μην ισοπεδώσουμε ή διαγράψουμε πραγματικότητες.
Ενα από τα συχνά ερευνητικά ευρήματα είναι ότι τα άτομα της γενιάς Ζ κάνουν λιγότερο σεξ σε σχέση με εκείνα που ανήκουν σε προηγούμενες γενιές. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα λιγότερη επιθυμία, αλλά διαφορετική διαχείριση της οικειότητας. «Η σεξουαλικότητα είναι παντού ορατή, αλλά το σώμα απουσιάζει». Η υπερδιέγερση μέσω εικόνων, η έκθεση στο ετεροκανονικό πορνό (συχνά ως μόνο εργαλείο «εκπαίδευσης»), η αγχώδης σύγκριση με «τέλεια» σώματα και επιδόσεις, αλλά και ο φόβος της έκθεσης και της απόρριψης, δημιουργούν ένα παράδοξο: η πληροφορία περισσεύει, αλλά η προσωπική «φαντασίωση» – ως εσωτερική, δημιουργική, ψυχική διεργασία – συρρικνώνεται. Η σεξουαλική αναπαράσταση, συχνά, έρχεται έτοιμη, «ξένη», αφήνοντας λιγότερο χώρο στο υποκείμενο να επιθυμήσει με δικούς του όρους.
Τα κοινωνικά Μέσα λειτουργούν ταυτόχρονα απελευθερωτικά και καταπιεστικά. Από τη μια, προσφέρουν κάποια ορατότητα σε ταυτότητες που παλαιότερα ήταν αόρατες. Η γενιά Ζ μιλά πιο ανοιχτά για το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τη συναίνεση, τα όρια. Από την άλλη, η συνεχής αυτοπαρουσίαση μετατρέπει το σώμα σε «προϊόν» προς αξιολόγηση. «Δεν κοιτάζω μόνο το άλλο – το κοιτάζω να με κοιτάζει».
Παράλληλα η ίδια γενιά έχει μεγαλώσει μέσα σε κλίμα αβεβαιότητας: οικονομικές κρίσεις, πανδημία, κλιματικό άγχος, εμπόλεμες συνθήκες σε παγκόσμιο επίπεδο και την ορατή άνοδο αυταρχικών και φασιστικών ιδεολογιών. Το σεξ και οι σχέσεις δεν βιώνονται αποκομμένα από αυτή την υπαρξιακή επισφάλεια. Η αναζήτηση ασφάλειας, η δυσκολία δέσμευσης, αλλά και η ανάγκη για συναισθηματική νοηματοδότηση της επαφής, είναι κομμάτια της σεξουαλικής τους εμπειρίας.
Από κλινική σκοπιά παρατηρούμε αυξημένο άγχος επίδοσης, δυσκολίες διέγερσης, αποσύνδεση από την ενσώματη εμπειρία αλλά και πιο διαθέσιμη γλώσσα γύρω από τα όρια και τη συναίνεση. Η γενιά Ζ γνωρίζει «θεωρητικά» τι είναι υγιές, αλλά συχνά δυσκολεύεται να το βιώσει. Η γλώσσα δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ενσώματη εμπειρία.
Η σεξουαλικότητα της γενιάς Ζ δεν είναι λιγότερο έντονη – είναι πιο διαμεσολαβημένη. Είναι ένα πεδίο όπου συναντιούνται η ελευθερία της έκφρασης και η επιτήρηση του βλέμματος, η πολιτική του σώματος και η μοναξιά της οθόνης. Για να «βοηθήσουμε» αυτή τη γενιά να συναντήσει την επιθυμία της, χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσουμε το πλαίσιο που τη διαμορφώνει, τη διαγράφει ή την καταπιέζει.
H Σοφία Αντωνιάδου είναι κλινική ψυχολόγος, σεξολόγος (MSc), εκπ. ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια @sex_positive_greece

