15.5 C
Thessaloniki

Το λιώσιμο των πάγων της Ανταρκτικής και το απρόσμενο κλιματικό παράδοξο

Ημερομηνία:

Για δεκαετίες, η επιστημονική κοινότητα θεωρούσε σχεδόν δεδομένο ότι το λιώσιμο των πάγων της Ανταρκτικής, και ειδικά της Δυτικής Ανταρκτικής, θα οδηγούσε σε αυξημένη γονιμοποίηση των ωκεανών με σίδηρο, ενισχύοντας την ανάπτυξη φυτοπλαγκτόν και άρα την απορρόφηση διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα. Νέα όμως ευρήματα έρχονται να ανατρέψουν αυτή την «λογική» αλυσίδα, αποκαλύπτοντας ένα πιο σύνθετο και ανησυχητικό κλιματικό σενάριο.

Αναλύοντας αρχαία θαλάσσια ιζήματα από τον Νότιο Ωκεανό, επιστήμονες εντόπισαν μια στενή σχέση ανάμεσα στις διακυμάνσεις του παγοκαλύμματος της Δυτικής Ανταρκτικής και στη βιολογική παραγωγικότητα των ωκεανών κατά τη διάρκεια παγετωδών και μεσοπαγετωδών περιόδων. Το εντυπωσιακό στοιχείο, ωστόσο, δεν ήταν η ύπαρξη της σχέσης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή λειτουργούσε: ακόμα και όταν τεράστιες ποσότητες σιδήρου απελευθερώνονταν στον ωκεανό από παγόβουνα, η ανάπτυξη των φυκών παρέμενε χαμηλή.

Ο σίδηρος θεωρείται βασικό θρεπτικό συστατικό για το φυτοπλαγκτόν, ιδιαίτερα στα νερά γύρω από την Ανταρκτική, όπου άλλα θρεπτικά στοιχεία αφθονούν. Μέχρι σήμερα, η κυρίαρχη άποψη ήταν ότι περισσότερος σίδηρος ισοδυναμεί με περισσότερα φύκη και άρα μεγαλύτερη απορρόφηση άνθρακα. Τα δεδομένα όμως από τον πυρήνα ιζήματος, που προέρχεται από βάθος άνω των πέντε χιλιομέτρων στον Νότιο Ειρηνικό, δείχνουν ότι αυτό δεν ισχύει πάντα.

Η εξήγηση βρίσκεται όχι στην ποσότητα, αλλά στη χημική μορφή του σιδήρου. Το υλικό που μετέφεραν τα παγόβουνα από τη Δυτική Ανταρκτική ήταν σε μεγάλο βαθμό «αποσαθρωμένο» — αποτέλεσμα πολύχρονης χημικής αλλοίωσης των πετρωμάτων κάτω από το παγοκάλυμμα. Αυτός ο τύπος σιδήρου είναι ελάχιστα διαλυτός και δύσκολα αξιοποιήσιμος από τους θαλάσσιους οργανισμούς. Έτσι, παρά την αυξημένη παροχή σιδήρου κατά τις θερμές περιόδους, η βιολογική παραγωγή δεν αυξανόταν.

Η ανακάλυψη αυτή αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται τον ρόλο της Ανταρκτικής στο παγκόσμιο κλιματικό σύστημα. Σε αντίθεση με τις βόρειες περιοχές του Νότιου Ωκεανού, όπου κατά τις παγετώδεις περιόδους ο άνεμος μετέφερε σιδηρούχα σκόνη που ενίσχυε το φυτοπλαγκτόν και συνέβαλλε στην πτώση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα, στα νότια της Ανταρκτικής το λιώσιμο των πάγων φαίνεται να αποδυνάμωνε αυτή τη φυσική «αντλία άνθρακα».

Παράλληλα, τα ευρήματα προσφέρουν νέα στοιχεία για την ευαισθησία της Δυτικής Ανταρκτικής στην άνοδο της θερμοκρασίας. Κατά την τελευταία μεσοπαγετώδη περίοδο, πριν από περίπου 130.000 χρόνια, όταν οι παγκόσμιες θερμοκρασίες ήταν παρόμοιες με τις σημερινές, η περιοχή φαίνεται πως έχασε τεράστιες μάζες πάγου. Τα παγόβουνα που δημιουργήθηκαν τότε μετέφεραν μεγάλες ποσότητες αρχαίου, χημικά αλλοιωμένου υλικού στον ωκεανό, χωρίς όμως να ενεργοποιήσουν τον μηχανισμό ενίσχυσης της θαλάσσιας ζωής.

Το συμπέρασμα είναι ανησυχητικό: καθώς η σημερινή υπερθέρμανση του πλανήτη συνεχίζεται και το παγοκάλυμμα της Δυτικής Ανταρκτικής λεπταίνει, είναι πιθανό να επαναληφθεί αυτό το μοτίβο. Αντί ο Νότιος Ωκεανός να λειτουργεί ως ισχυρός απορροφητής διοξειδίου του άνθρακα, ενδέχεται να χάσει μέρος αυτής της ικανότητας, δημιουργώντας έναν επιπλέον θετικό μηχανισμό ανατροφοδότησης της κλιματικής αλλαγής.

Το μήνυμα της έρευνας είναι σαφές και ταυτόχρονα προειδοποιητικό: το κλιματικό σύστημα δεν υπακούει σε απλές εξισώσεις. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσο υλικό εισέρχεται στους ωκεανούς· εξίσου κρίσιμο είναι να κατανοούμε τη χημεία του και τη βιολογική του χρησιμότητα. Σε έναν πλανήτη που θερμαίνεται με ταχείς ρυθμούς, τέτοιες λεπτομέρειες μπορεί να κάνουν τη διαφορά ανάμεσα στη μερική επιβράδυνση της κλιματικής κρίσης και στην περαιτέρω επιτάχυνσή της.

Πηγή: taNea.gr

κοινοποιήστε την ανάρτηση

Εγγραφείτε

spot_imgspot_img

Δημοφιλή

Περισσότερα σαν αυτό
Related