Η αυγή του 2026 δεν σηματοδοτεί απλώς την αλλαγή ενός έτους, αλλά τη βίαιη ενηλικίωση της διεθνούς κοινότητας σε μια νέα εποχή «εθνικιστικού ρεαλισμού». Η αστραπιαία επιχείρηση των αμερικανικών αρχών στη Βενεζουέλα για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο σε συνδυασμό με τη διαγραφόμενη de facto αποδοχή εδαφικών παραχωρήσεων στην Ουκρανία, κηρύσσουν το οριστικό τέλος της μεταψυχροπολεμικής ψευδαίσθησης.
Στο δόγμα «Τραμπ 2.0», το δίπολο «δημοκρατικού – αυταρχικού» Διεθνούς Δικαίου αποδομείται. Τη θέση του καταλαμβάνει η εργαλειακή υπαγωγή της νομιμότητας στην εθνική σκοπιμότητα. Η ενεργοποίηση του δόγματος Μονρόε αποδεικνύει ότι η κρατική κυριαρχία αίρεται μονομερώς όταν συγκρούεται με την ηγεμονική επιβίωση των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον δεν αναζητά φίλους βάσει αξιών, αλλά εταίρους βάσει διάθεσης ανάληψης κόστους και κινδύνου στην κύρια στρατηγική της συναλλαγή: την ανάσχεση της κινεζικής επιρροής και των λοιπών ανταγωνιστών.
Υπό αυτό το πρίσμα, η έννοια της «ανταγωνιστικής συνύπαρξης» στα ελληνοτουρκικά υφίσταται ουσιώδη μετάλλαξη. Μέχρι σήμερα, η «συνύπαρξη» εξασφαλιζόταν από συστημικά αναχώματα (ΗΠΑ, ΕΕ, ΝΑΤΟ). Στο περιβάλλον του 2026, αυτές οι δικλίδες ασφαλείας υποχωρούν επικίνδυνα. Καθώς ο σχεδιασμός επί ζωτικών συμφερόντων επιβάλλει την εξέταση κάθε ενδεχομένου ανεξαρτήτως πιθανότητας, η σχέση Αθήνας – Αγκυρας ενδέχεται να μετατραπεί σε «γυμνή» αναμέτρηση ισχύος χωρίς διαιτητή. Ο κίνδυνος για την Ελλάδα δεν είναι πλέον μόνο θερμός, αλλά και διπλωματικός.
Ο πρόεδρος Ερντογάν αποκωδικοποιεί τα μηνύματα του 2026 με μείγμα φόβου και οπορτουνισμού. Η εικόνα του Μαδούρο με χειροπέδες τού προκαλεί ανησυχία, υπενθυμίζοντας ότι η ασυλία ηγέτη συνιστά φενάκη μπροστά στην οργή και τα συμφέροντα της υπερδύναμης. Ταυτόχρονα όμως, το προηγούμενο της Ουκρανίας τού επιβεβαιώνει πως ο αναθεωρητισμός, όταν συνοδεύεται από ισχύ, νομιμοποιείται. Στόχος του θα είναι να πείσει τον αμερικανό ομόλογό του πως η Τουρκία είναι ο απαραίτητος, αν και δύστροπος, «εργολάβος ασφαλείας» έναντι στρατηγικών ανταγωνιστών των ΗΠΑ, ζητώντας αντάλλαγμα την αμερικανική ανοχή για τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Η παρατήρηση του Ευάγγελου Βενιζέλου ότι το Διεθνές Δίκαιο είναι «ισχυρισμός και όχι στρατηγική» καθίσταται όρος εθνικής επιβίωσης. Η μονοδιάστατη επίκληση του Δικαίου της Θάλασσας σε κόσμο που ηγεμονεύεται από τη συναλλαγή, συνιστά στρατηγική αυταπάτη. Για το status quo, η ισχύς δεν υποκαθιστά, αλλά θωρακίζει τη νομιμότητα. Η προσαρμογή καθίσταται επιβεβλημένη.
Η απάντηση της Αθήνας δεν μπορεί να είναι η αδράνεια ή η φοβική αποφυγή της ατζέντας Τραμπ. Προκρίνεται επιθετική νομική τακτική δημόσιας διπλωματίας που θα εκθέτει τις τουρκικές παρανομίες στη γλώσσα που κατανοεί ο Λευκός Οίκος: της απειλής για τα αμερικανικά συμφέροντα. Δεδομένου ότι η Αγκυρα παραδοσιακά επενδύει στην καταναγκαστική διπλωματία και τις πρακτικές εκφοβισμού, η απάντηση οφείλει να είναι σαφής: Η αυθαιρεσία όχι μόνο δεν θα δημιουργήσει ευκαιρίες, αλλά θα επιφέρει συνέπειες. Οποιοδήποτε μήνυμα διστακτικότητας θα ερμηνευθεί από το δίδυμο Τραμπ – Ερντογάν ως «πρόσκληση» για τετελεσμένα. Η Ελλάδα «έχει χαρτιά» να αποδείξει ότι είναι πιο χρήσιμη, αξιόπιστη και, κυρίως, ικανή να προκαλέσει κόστος. Στο τρέχον παζάρι των εθνών, αν και το δίκαιο παραμένει το νόμισμα, η ισχύς συνιστά το κεφάλαιο.
Ο Σωτήριος Σέρμπος είναι σύμβουλος για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής του Πρωθυπουργού, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

