Αποφασισμένη να οδηγήσει το εμπορικό σύμφωνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur στην τελική ευθεία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιστρατεύει το πιο ισχυρό της εργαλείο: την Κοινή Αγροτική Πολιτική.
Η πρόεδρός της, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, κατέθεσε πρόταση, που προβλέπει σημαντικές βελτιώσεις και ταχύτερη εκταμίευση αγροτικών κονδυλίων στο επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ, σε μια προσπάθεια να κάμψει τις έντονες επιφυλάξεις της Ιταλίας και της Γαλλίας, των δύο χωρών που απειλούν να μπλοκάρουν τη συμφωνία.
Η κίνηση της Κομισιόν έρχεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία. Το εμπορικό σύμφωνο με το μπλοκ της Mercosur –που περιλαμβάνει την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη– έχει ολοκληρωθεί σε τεχνικό επίπεδο εδώ και πάνω από έναν χρόνο, όμως παραμένει πολιτικά «παγωμένο». Ο βασικός λόγος είναι η ανησυχία μεγάλων αγροτικών χωρών της ΕΕ, ότι η απελευθέρωση του εμπορίου θα πλήξει σοβαρά τους Ευρωπαίους παραγωγούς, ιδίως σε τομείς όπως το κρέας και τα αγροτικά προϊόντα χαμηλού κόστους.
Στην επιστολή της προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η φον ντερ Λάιεν προτείνει κάτι περισσότερο από μια απλή διαβεβαίωση. Συγκεκριμένα, εισηγείται να δοθεί στα κράτη-μέλη η δυνατότητα να λάβουν έως και τα δύο τρίτα των κονδυλίων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής ήδη από τα μέσα της επόμενης δημοσιονομικής περιόδου 2028-2034. Αυτό σημαίνει ότι περίπου 45 δισ. ευρώ θα φτάσουν νωρίτερα στους Ευρωπαίους αγρότες, ενισχύοντας τη ρευστότητα και λειτουργώντας ως «δίχτυ ασφαλείας» απέναντι στις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η συμφωνία με τη Mercosur.
Η Ιταλία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής. Το «ναι» της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι θεωρείται κομβικό για την επίτευξη της απαιτούμενης ειδικής πλειοψηφίας στο Συμβούλιο της ΕΕ. Η Μελόνι είχε μπλοκάρει την έγκριση του συμφώνου τον περασμένο Δεκέμβριο, σε μια περίοδο έντονων αγροτικών κινητοποιήσεων στις Βρυξέλλες, ζητώντας χρόνο και συγκεκριμένες εγγυήσεις. Πλέον, οι πρώτες αντιδράσεις της είναι θετικές. Σε ανάρτησή της, έκανε λόγο για «πόρους επιπλέον» που όχι μόνο διατηρούν το υφιστάμενο επίπεδο χρηματοδότησης, αλλά ενισχύουν ουσιαστικά την αγροτική πολιτική, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει αν αυτό αρκεί για να δώσει τελικά το πράσινο φως στη Mercosur.
Η στάση της Γαλλίας παραμένει πιο σύνθετη. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν αντιμετωπίζει ισχυρές πιέσεις από τον αγροτικό κόσμο, ο οποίος παραδοσιακά βλέπει με καχυποψία κάθε άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς. Παρότι το Παρίσι έχει ανακοινώσει πρόσθετα εθνικά μέτρα προστασίας, όπως αυστηρότερους ελέγχους σε εισαγόμενα προϊόντα που περιέχουν απαγορευμένες στην ΕΕ ουσίες, εξακολουθεί να ζητά επιπλέον εγγυήσεις. Πιο πρόσφατα, η γαλλική πλευρά έθεσε ως όρο την πλήρη αποδοχή από τις χώρες της Mercosur των ρητρών προστασίας που ενέκρινε η ΕΕ τον Δεκέμβριο, ώστε να μπορεί να «φρενάρει» τη συμφωνία αν προκύψουν στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά.
Το διακύβευμα είναι υψηλό και σε θεσμικό επίπεδο. Για να εγκριθεί το σύμφωνο απαιτείται ειδική πλειοψηφία: το 55% των κρατών-μελών που να εκπροσωπούν τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της ΕΕ. Χωρίς την Ιταλία, αυτό το όριο δεν επιτυγχάνεται, ειδικά αν συνυπολογιστούν οι σχεδόν δεδομένες αρνήσεις χωρών όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία και η αβέβαιη στάση της Γαλλίας.
Η εβδομάδα που διανύουμε θεωρείται καθοριστική. Οι υπουργοί Γεωργίας συναντώνται με την Επιτροπή για να εξετάσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες, ενώ στο τέλος της εβδομάδας προβλέπεται ψηφοφορία επί των νομικών κειμένων. Ακόμη κι αν δοθεί το πράσινο φως, η διαδικασία δεν θα τελειώσει άμεσα: η συμφωνία θα τεθεί αρχικά σε προσωρινή εφαρμογή και στη συνέχεια θα πρέπει να κυρωθεί από τα εθνικά κοινοβούλια, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια, όπως δείχνει και το παράδειγμα της συμφωνίας CETA με τον Καναδά.
Πίσω από τις τεχνικές λεπτομέρειες, η ουσία είναι πολιτική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο άνοιγμα των αγορών και την προστασία ενός τομέα που αποτελεί ιστορικά θεμέλιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το αν τα επιπλέον δισεκατομμύρια της ΚΑΠ θα αποδειχθούν αρκετά για να γεφυρώσουν το χάσμα, θα φανεί σύντομα. Μέχρι τότε, η Mercosur παραμένει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο δύσκολο είναι, σήμερα, να συνδυαστούν το ελεύθερο εμπόριο και η πολιτική συναίνεση στην Ευρώπη.

