Δέκα ραντεβού με τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης έχει μπροστά της η ελληνική οικονομία το 2026, τα οποία αναμένεται να καθορίσουν το επόμενο βήμα της χώρας εντός της επενδυτικής βαθμίδας.
Η νέα χρονιά ξεκινά με αυξημένες προσδοκίες, καθώς οι αξιολογήσεις δεν επηρεάζουν μόνο το διεθνές αποτύπωμα της χώρας, αλλά λειτουργούν και ως βασικός οδηγός για τις χρηματαγορές. Μια περαιτέρω αναβάθμιση θα μπορούσε να συμπιέσει το κόστος δανεισμού του Δημοσίου και των επιχειρήσεων, ενισχύοντας παράλληλα την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και τη συνέπεια των μεταρρυθμίσεων.
Το 2025 αποτέλεσε έτος-ορόσημο για το ελληνικό αξιόχρεο. Τον Μάρτιο, η Moody’s ήταν ο τελευταίος από τους μεγάλους οίκους που επανέφερε την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, κλείνοντας οριστικά τον κύκλο της κρίσης χρέους. Ακολούθησαν αναβαθμίσεις από τους DBRS, S&P και Fitch, ενώ η Scope, που είχε ήδη δώσει επενδυτική βαθμίδα από τον Δεκέμβριο του 2024, προχώρησε το 2025 σε αναβάθμιση του outlook σε «θετικό».
Με αυτά τα δεδομένα, το 2026 ξεκινά με σαφώς βελτιωμένο κλίμα. Οι οίκοι αναγνωρίζουν την πρόοδο στα δημοσιονομικά μεγέθη, τη σταθερή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, την επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα και τις θετικές αναπτυξιακές προοπτικές. Ταυτόχρονα, όμως, διατηρούν στο μικροσκόπιο τις εξωτερικές αβεβαιότητες, τις γεωπολιτικές εξελίξεις, την πορεία των επιτοκίων, αλλά και τη συνέχιση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων στη Δικαιοσύνη, τη δημόσια διοίκηση και το τραπεζικό σύστημα.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το outlook, που συχνά λειτουργεί ως προάγγελος μιας μελλοντικής αναβάθμισης. Υπό αυτό το πρίσμα, η Scope εμφανίζεται σήμερα ως ο οίκος με τις περισσότερες πιθανότητες να κάνει την πρώτη κίνηση, χωρίς ωστόσο να θεωρείται δεδομένο το αποτέλεσμα. Η εμπειρία δείχνει ότι οι αναβαθμίσεις δεν ακολουθούν πάντα ευθύγραμμη πορεία και εξαρτώνται από τη συνολική αξιολόγηση των θεμελιωδών μεγεθών.


