Πάνε κι έρχονται το τελευταίο διάστημα οι Ευρωπαίοι στην Κίνα και οι Κινέζοι στην Ευρώπη – κι αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι. Πολύ απλά, διότι οι δύο από τις τρεις παγκόσμιες οικονομικές υπερδυνάμεις (μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες φυσικά) γνωρίζουν καλά ότι παρά την κλιμάκωση του ανταγωνισμού, τόσο μεταξύ τους όσο και διεθνώς, ισχύει αυτό που λέει ο σοφός λαός: μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν.
Οι δυο τους έχουν, με άλλα λόγια, αναπτύξει τέτοιο βαθμό οικονομικής εξάρτησης – η Κίνα είναι σήμερα η μεγαλύτερη πηγή των αγαθών που εισάγει η ΕΕ και αποτελεί τον τρίτο μεγαλύτερο εξαγωγικό προορισμό για τα ευρωπαϊκά προϊόντα – ώστε είναι βέβαιο ότι κάθε ρήξη θα αποδειχθεί εξαιρετικά επώδυνη και για τις δύο πλευρές. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, άλλωστε, όταν η αξία των μεταξύ τους εμπορικών συναλλαγών έχει εκτιναχθεί από τα 2 δισ. δολάρια ετησίως, που ήταν το 1975, αρκετά πάνω από τα 2 δισ. ημερησίως φέτος! Αυτός είναι και ο λόγος που Πεκίνο και Βρυξέλλες προσπαθούν να σώσουν οτιδήποτε σώζεται, παρά τις αφόρητες πιέσεις που ασκούν οι Αμερικανοί προς αμφοτέρους, έτσι ώστε να είναι αυτοί οι μεγάλοι κερδισμένοι. Ειδικά οι Ευρωπαίοι, ωστόσο, μοιάζει σαν να προσπαθούν να… τετραγωνίσουν τον κύκλο, όπως αποκαλύπτει και το νέο «δόγμα» τους απέναντι στην Κίνα. Τη στρατηγική, δηλαδή, που υιοθέτησαν απέναντί της τον Μάρτιο του 2019 (πριν, δηλαδή, ο Ντόναλντ Τραμπ επιστρέψει στον Λευκό Οίκο και ξεκινήσει τον πόλεμο των δασμών και των εκβιασμών), στην οποία αναφέρεται ταυτόχρονα ως «εταίρος», ως «οικονομικός ανταγωνιστής», αλλά και ως «συστημικός αντίπαλος»…
Ο Μακρόν, ο Μερτς και οι άλλοι
Σε αυτό ακριβώς το φόντο, που σε άλλους προκαλεί βέρτιγκο και σε άλλους φόβο, ο Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε ότι από τις 3 έως τις 5 Δεκεμβρίου θα επισκεφθεί την Κίνα – για πρώτη φορά μετά τον Απρίλιο του 2023 – προκειμένου να συναντηθεί με τον Σι Τζινπίνγκ, με πρώτο θέμα στην ατζέντα την οικονομία. Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, επίσης, ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, είχε συνάντηση με τον πρωθυπουργό της Κίνας, Λι Τσιανγκ, στο περιθώριο της συνόδου της G20 στη Νότια Αφρική. Είχε προηγηθεί, μία εβδομάδα νωρίτερα, η μετάβαση στην Κίνα του γερμανού αντικαγκελάριου και υπουργού Οικονομικών, Λαρς Κλίνγκμπεϊλ, ενώ οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ως το τέλος του έτους την ίδια διαδρομή θα κάνει και ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας του.
Στα μέσα Νοεμβρίου, επίσης, η κυβέρνηση της Ολλανδίας αποφάσισε να κάνει ένα βήμα πίσω στη διαμάχη της με τους Κινέζους και να «παγώσει» την κρατικοποίηση της εταιρείας κατασκευής μικροεπεξεργαστών Nexperia. Το έκανε δε υπό την απειλή της απώλειας ενός πολύτιμου προμηθευτή, τα προϊόντα του οποίου είναι απαραίτητα για πολλούς άλλους κλάδους τής (ολλανδικής και ευρωπαϊκής γενικότερα) οικονομίας.
Η τελευταία αυτή υπόθεση «φωτίζει» και τον βαθμό εξάρτησης που έχουν αναπτύξει οι οικονομίες της Ευρώπης από την Κίνα, η οποία περιλαμβάνει και την προμήθεια από αυτήν των σπάνιων γαιών – του «πετρελαίου της εποχής των νέων τεχνολογιών», όπως έχουν χαρακτηριστεί. Είναι κάτι το οποίο αρκετοί έχουν σπεύσει να παρομοιάσουν με την αντίστοιχη ενεργειακή που υπήρχε από τη Ρωσία, που έδειξε – μετά την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022 – ότι η διαδικασία απεξάρτησης είναι μακρά, δύσκολη και επώδυνη.
Η Κίνα δεν είναι Ρωσία
Αυτή, όμως, είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη έχει να κάνει με το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τη Ρωσία, η Κίνα είναι ένας πολύτιμος, αν όχι αναντικατάστατος εταίρος σε μια σειρά τομείς, αποτελώντας εδώ και χρόνια μια από τις βασικές πηγές κερδοφορίας για τους επιχειρηματικούς ομίλους της Ευρώπης. Ανάμεσά τους τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες, οι οποίες κυριολεκτικά τρέμουν τη στιγμή που θα λάβουν την πολιτική εντολή της «απεμπλοκής», κάτι που σημαίνει πως θα απειληθούν οι άμεσες επενδύσεις που έχουν κάνει εκεί και θα κλείσει η πόρτα μιας τεράστιας αγοράς για τα οχήματά τους. Η αλήθεια, βεβαίως, είναι πως τα τελευταία χρόνια οι Γερμανοί μοιάζουν να είναι χαμένοι στις σχέσεις τους με την Κίνα, κάτι που σημαίνει πως έχουν κάθε λόγο να αναθεωρήσουν τη στάση τους απέναντί της. Για του λόγου το αληθές, πέρυσι κατέγραψαν εμπορικό έλλειμμα της τάξεως των 66 δισ. ευρώ στις εμπορικές συναλλαγές μαζί της, ενώ το αντίστοιχο ποσό φέτος δεν αποκλείεται να διαμορφωθεί αρκετά πιο ψηλά, κοντά στα 85 δισ. (περίπου το ένα τρίτο του συνολικού της ΕΕ). Παρ’ όλα αυτά, ο Μερτς και οι συνομιλητές του από τον επιχειρηματικό κόσμο έχουν συνείδηση της «θανάσιμης» απειλής που αντιπροσωπεύει για τη γερμανική οικονομία μια κατά μέτωπον σύγκρουση με την Κίνα. Γι’ αυτό και προσπαθούν με κάθε τρόπο να την αποφύγουν ή, έστω, να την καθυστερήσουν, χωρίς παράλληλα να δυσαρεστήσουν τις ΗΠΑ του Τραμπ, με τις οποίες δεν επιθυμούν «πόλεμο».
Το εάν και τι θα καταφέρουν, βεβαίως, αποτελεί ένα μεγάλο ερώτημα. Ειδικά στην περίπτωση που προκύψει κάποια γεωπολιτική σύγκρουση – στην Ταϊβάν ή την Κορεατική Χερσόνησο – που θα αλλάξει άρδην τα δεδομένα και θα περιορίσει δραματικά τα περιθώρια ελιγμών. Η περίπτωση της Ουκρανίας διδάσκει πολλά…

